Εἰ οὖν τοσοῦτον τὸ ἐκ τῆς συκοφαντίας κακὸν ὥστε καὶ τὸν τέλειον ἤδη (τοῦτο γὰρ διὰ τῆς προσηγορίας τοῦ ἀνδρὸς ὁ Λόγος αἰνίσσεται) κατάγειν ἀπὸ τοῦ ὕψους, καὶ τὸν πτωχόν, τουτέστι τὸν ἐνδεῶς ἔχοντα τῶν μεγάλων δογμάτων (καθὼς καὶ τῷ προφήτῃ δοκεῖ λέγοντι· «Ἴσως πτωχοί εἰσι, διὰ τοῦτο οὐκ ἀκούουσι, πορεύσομαι πρὸς τοὺς ἁδρούς», πτωχοὺς δὲ τοὺς περὶ τὴν σύνεσιν ἐνδεῶς ἔχοντας λέγων, καὶ ἐνταῦθα, δηλονότι), τοὺς οὔπω κατηρτισμένους τὸν ἔσω ἄνθρωπον, οὐδὲ εἰς τὸ τέλειον ἐφθακότας τῆς ἡλικίας μέτρον (τούτους περιφέρεσθαι καὶ σαλεύεσθαι ἡ παροιμία φησίν), ἀλλ᾽ ὅμως ᾤμην χρῆναι σιωπῇ φέρειν τὰ λυπηρὰ ἐκδεχόμενός τινα δι᾽ αὐτῶν τῶν ἔργων ἐπανόρθωσιν.
Μετάφραση
Εάν, λοιπόν, είναι τόσο μεγάλο το κακό που προέρχεται από τη συκοφαντία, ώστε να καταβιβάζει από το ύψος και τον ήδη τέλειο (διότι αυτό υπαινίσσεται ο Λόγος με την προσηγορία του ανδρός), και τον πτωχό, δηλαδή εκείνον που υστερεί ως προς τα μεγάλα δόγματα (καθώς θεωρεί και ο προφήτης όταν λέει: «Ίσως είναι πτωχοί, γι' αυτό δεν ακούν, θα πορευθώ προς τους δυνατούς», αποκαλώντας πτωχούς όσους στερούνται συνέσεως, πράγμα που προφανώς συμβαίνει και εδώ), εκείνους δηλαδή που δεν έχουν ακόμη καταρτισθεί ως προς τον εσωτερικό άνθρωπο, ούτε έχουν φθάσει στο τέλειο μέτρο της ηλικίας (για τους οποίους η παροιμία λέει ότι περιφέρονται και κλονίζονται)· παρόλα αυτά, εγώ θεωρούσα ότι έπρεπε να υπομένω σιωπηλά τα λυπηρά γεγονότα, αναμένοντας κάποια διόρθωση μέσω των ίδιων των έργων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες