Ἐπειδὴ δὲ καὶ λόγῳ καὶ πράξει κατεφθαρμένοι ὑπάρχουσι, τοῖς παροῦσι μόνον κεχήνασι, τῇ σαρκὶ προσθέμενοι, καὶ τῇ γαστρὶ ἐξανδραποδιζόμενοι, καὶ θεὸς αὐτοῖς ἣ κοιλία, καὶ ταῦτα δὴ τὰ περικόσμια καὶ ὅσα πρὸς λαιμὸν καὶ γαστέρα χωρεῖ, εὐδαιμονίαν εἶναι τὴν ἀνωτάτω μετροῦσιν· ἐπ’ οὐδενὶ δὲ κρείττονι τὰς ἐλπίδας ἀπερείδουσι, πρὸς οὐδὲν τῶν ὑψηλοτέρων ἢ λυσιτελεστέρων βλέποντες· πένονται δὲ θείοις κρίμασι, καὶ ἀπορίᾳ πολλῇ πιέζονται, μάλιστα τῶν βασιλικῶν σιτηρεσίων αὐτοῖς ἐπιλελοιπότων, ἀφ’ ὧν τὰ πρὸς τὸ ζῇν μετὰ τῶν ὅπλων αὐτοῖς περιεγίνετο· μέτροις γοῦν καὶ σταθμοῖς τῶν ἀναγκαίων καὶ ἐδωδίμων τὰ ὤνια ἀπαριθμούμενοι, τὴν αὐτῶν πίστιν ἐπὶ τῇ τῆς γαστρὸς θεραπείᾳ ἐπικρίνουσιν οἱ ἄφρονες· ἁδρότητι βρωμάτων ἢ ὀρθότητι δογμάτων ταύτην ταλαντεύοντες· στέργοντες μὲν ὁπόταν τῶν ἀναγκαίων καὶ τῶν καθ’ ἡδονὴν εἶεν διακορεῖς, σχετλιάζοντες δὲ καὶ τὴν καθ’ ἡμᾶς εὐσέβειαν καταιτιώμενοι, ἡνίκα ἄν τι τούτων ἀπολιμπάνοιτο· ὁμογνώμονες γὰρ καὶ ὁμότροποι, αὐτοί τε καὶ οἱ τῇ ἴσῃ ἀπιστίᾳ κεκρατημένοι, τοῖς ποτε τῆς Αἰγυπτιακῆς ἀποπτᾶσι δουλείας γνωρίζονται, ἐφάμιλλόν τε αὐτοῖς καὶ ἰσοφυᾶ τὴν γλῶσσαν καὶ τὸ φρόνημα κεκτημένοι· καὶ σαφῶς τῆς ἐκείνων θρησκείας τὰ τεκμήρια φέροντες, ἐφ’ ὁμοίοις, εἴ που συμβαίη, τοῖς ἀτυχήμασι χαλεπαίνουσί τε καὶ ἐπαλγύνονται· καὶ ὥσπερ ἐκεῖνοι τῶν νομοθετῶν καὶ ἀρχόντων κατεξανίσταντο, τὴν ἐπὶ τῶν κρεῶν καὶ λεβήτων καθέδραν, καὶ τῶν ἄρτων τὴν ἀφθονίαν ἀνακαλούμενοι· οὕτω καὶ οὗτοι ἀπαναισχυντοῦντες, καὶ τῶν κηρύκων τῆς ἀληθείας καὶ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου διακονουμένων καταβοῶντες, ἀνοσιώτατα παραφθέγγονται, μονονουχὶ τὰ αὐτὰ λέγοντες ἅπερ ἐκεῖνοι, τῶν θείων προφητῶν τινι ἀντικαθιστάμενοι· Ὁ λόγος ὂν ἐλαλήσατε πρὸς ἡμᾶς τῷ ὀνόματι Κυρίου, οὐκ ἀκουσόμεθα ὑμῶν· ὅτι ποιοῦντες ποιήσομεν πάντα τὸν λόγον, ὃς ἐξελεύσεται ἐκ τοῦ στόματος ἡμῶν, θυμιᾷν τῇ βασιλίσσῃ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ σπένδειν αὐτῇ σπονδάς, καθὰ ἐποιήσαμεν ἡμεῖς, καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν, καὶ οἱ βασιλεῖς ἡμῶν, καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν ἐν πόλεσιν Ἰούδα καὶ ἔξωθεν Ἱερουσαλήμ· καὶ ἐπλήσθημεν ἄρτων, καὶ ἐγενόμεθα χρηστοί, καὶ κακὰ οὐκ εἴδομεν· καὶ ὡς διελίπομεν θυμιῶντες τῇ βασιλίσσῃ τοῦ οὐρανοῦ, ἠλαττώθημεν πάντες, καὶ ἐν ῥομφαίᾳ καὶ ἐν λιμῷ ἐξελίπομεν· ἔτι πρὸς τούτοις οὐ μὴ καθίσωμεν ἐν τῇ γῇ ταύτῃ πρὸς τὸ μὴ ἀκοῦσαι φωνῆς Κυρίου, ὅτι εἰς γῆν Αἰγύπτου εἰσελευσόμεθα, καὶ οὐ μὴ ἴδωμεν πόλεμον, καὶ φωνῆς σάλπιγγος οὐ μὴ ἀκούσωμεν, καὶ ἐν ἄρτοις οὐ μὴ πεινάσωμεν καὶ ἐκεῖ οἰκήσομεν.
Μετάφραση
Επειδή όμως είναι διεφθαρμένοι και στα λόγια και στα έργα, χάσκουν μόνο για τα παρόντα, προσηλωμένοι στη σάρκα και υποδουλωμένοι στην κοιλιά, και θεός τους είναι η κοιλιά, και τα εγκόσμια, και όσα χωρούν στο λαιμό και την κοιλιά, τα μετρούν ως την ύψιστη ευδαιμονία. Σε κανένα καλύτερο δεν στηρίζουν τις ελπίδες τους, χωρίς να βλέπουν σε κανένα από τα υψηλότερα ή τα πιο ωφέλιμα. Είναι φτωχοί από θεϊκές κρίσεις, και πιέζονται από πολλή απορία, κυρίως όταν τους έχουν λείψει τα βασιλικά σιτηρέσια, από τα οποία, μαζί με τα όπλα, τους παρεχόταν και ό,τι χρειαζόταν για να ζήσουν. Έτσι, μετρώντας τα αναγκαία και τα τρόφιμα με μέτρα και σταθμά, οι άφρονες κρίνουν την πίστη τους σύμφωνα με τη θεραπεία της κοιλιάς, ζυγίζοντάς την με την αφθονία των τροφών ή με την ορθότητα των δογμάτων. Είναι ικανοποιημένοι όταν έχουν χορτάσει από τα αναγκαία και τα ευχάριστα, αλλά αγανακτούν και κατηγορούν τη δική μας ευσέβεια, όταν κάποιο από αυτά τους λείπει. Γιατί αυτοί και όσοι κυριαρχούνται από την ίδια απιστία, ομόγνωμοι και ομοιότροποι, αναγνωρίζονται σε αυτούς που κάποτε δραπέτευσαν από την αιγυπτιακή δουλεία, έχοντας αποκτήσει γλώσσα και φρόνημα εφάμιλλα και ισόφυά τους. Και φέροντας σαφώς τα τεκμήρια της θρησκείας εκείνων, εξοργίζονται και πονάνε για παρόμοια ατυχήματα, αν τυχόν τους συμβούν. Και όπως εκείνοι επαναστατούσαν ενάντια στους νομοθέτες και τους άρχοντες, αναπολώντας την καθέδρα δίπλα στα κρέατα και τους λέβητες, και την αφθονία των άρτων, έτσι και αυτοί, αναιδέστατοι, και καταβοώντας εναντίον των κηρύκων της αλήθειας και όσων διακονούν τον λόγο του Κυρίου, λένε ανοσιότατα τα ίδια σχεδόν που έλεγαν κι εκείνοι, αντιτασσόμενοι σε κάποιον από τους θείους προφήτες: «Ο λόγος που μας μίλησες στο όνομα του Κυρίου, δεν θα σας ακούσουμε. αλλά κάνοντας θα κάνουμε όλο τον λόγο που θα βγει από το στόμα μας, να θυμιάσουμε στη βασίλισσα του ουρανού και να της προσφέρουμε σπονδές, όπως κάναμε εμείς και οι πατέρες μας, και οι βασιλείς μας, και οι άρχοντές μας στις πόλεις του Ιούδα και έξω από την Ιερουσαλήμ. και χορτάσαμε άρτους, και γίναμε καλοί, και δεν είδαμε κακά. και όταν σταματήσαμε να θυμιάζουμε στη βασίλισσα του ουρανού, λιγοστέψαμε όλοι, και χαθήκαμε με ρομφαία και με λιμό. Έτι πλέον δεν θα καθίσουμε σε αυτή τη γη για να μην ακούσουμε τη φωνή του Κυρίου, γιατί θα μπούμε στη γη της Αιγύπτου, και δεν θα δούμε πόλεμο, και δεν θα ακούσουμε φωνή σάλπιγγας, και δεν θα πεινάσουμε σε άρτους και εκεί θα κατοικήσουμε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες