Οἶκος Ἰσραὴλ ἔπεσεν, οὐκ ἔτι μὴ προσθῇ τοῦ ἀναστῆναι.» Καὶ πάλιν· «Καλέσατε τὰς θρηνούσας, καὶ ἐλθέτωσαν· καὶ πρὸς τὰς σοφὰς ἐξαποστείλατε, καὶ φθεγξάσθωσαν, καὶ λαβέτωσαν ἐφ᾽ ὑμᾶς θρῆνον, ὅτι συνετρίβη τὸ ποίμνιον Κυρίου.» Ὁ δέ γε προφήτης Ἱερεμίας, ὥσπερ ἤδη κακωθέντας ὁρῶν, καὶ τῆς τιμωρίας ὄντας οὐ μακρὰν, αὐτοὺς ἐφ᾽ ἑαυτοὺς θρηνοῦντας εἰσάγει, καὶ λέγοντας· «Ἤγγικεν ὁ καιρὸς ἡμῶν, ἐπληρώθησαν αἱ ἡμέραι ἡμῶν, πάρεστι τὸ πέρας ἡμῶν. Κοῦφος ἐγένοντο οἱ διώκοντες ἡμᾶς ὑπὲρ ἀετοὺς οὐρανοῦ.» Πλάνης τοιγαροῦν τοσαύτης καταλαβούσης τὰ σύμπαντα, καὶ πάσης ὑπὸ τοῦ διαβόλου τῆς ὑφ᾽ ἡλίῳ κεκρατημένης, «Ἐπλάτυνεν ὁ ᾅδης, καθά φησιν ὁ προφήτης, τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, καὶ ἤνοιξε τὸ στόμα αὐτοῦ, τοῦ μὴ διαλιπεῖν.» Ἕλληνες μὲν γὰρ εἰς πολυθεΐαν ἐξ ἀβουλίας πολλῆς ὀλισθήσαντες, καὶ ἀλλάξαντες τὴν δόξαν τοῦ μεγάλου Θεοῦ, ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου, καὶ πετεινῶν, καὶ τετραπόδων, καὶ ἑρπετῶν· ὥσπερ ἐξ οὐρίας ἐπὶ τὸ πλεῖν ἐπειγόμενοι, τρέχοντες ἦσαν ἐπὶ τὸν τοῦ θανάτου μυχόν. Ἰουδαῖοι δὲ τῆς δοθείσης αὐτοῖς ἐντολῆς ὀλιγωρήσαντες, μᾶλλον δὲ εἰς τοσαύτην ἐκβεβηκότες ἀμαθίαν, ὡς νομίζειν εἶναί που καὶ δυσκλεὲς ἐκεῖνα πράττοντας φαίνεσθαι, δι᾽ ὧν ἦν αὐτοῖς τῆς ἀρίστης πολιτείας τὴν ψῆφον κερδαίνειν ἐπάναγκες, τὴν αὐτὴν ἐκείνοις βαδίζειν ἠπείγοντο.
Μετάφραση
«Ο οίκος του Ισραήλ έπεσε, και δεν πρόκειται πια να σηκωθεί.» Και πάλι: «Καλέστε εκείνες που θρηνούν, και ας έλθουν· και στείλτε να φέρουν τις σοφές γυναίκες, και ας φωνάξουν, και ας αναλάβουν θρήνο για εσάς, διότι συντρίφθηκε το ποίμνιο του Κυρίου.» Ο προφήτης Ιερεμίας δε, βλέποντάς τους σαν να έχουν ήδη υποστεί συμφορές, και να μην απέχουν πολύ από την τιμωρία, τους παρουσιάζει να θρηνούν για τους εαυτούς τους και να λέγουν: «Πλησίασε ο καιρός μας, συμπληρώθηκαν οι ημέρες μας, έφτασε το τέλος μας. Οι διώκτες μας έγιναν πιο γρήγοροι και από τους αετούς του ουρανού.» Επειδή, λοιπόν, τόση μεγάλη πλάνη κατέλαβε τα πάντα, και όλη η οικουμένη κυριεύθηκε από τον διάβολο, «Πλάτυνε ο άδης», όπως λέγει ο προφήτης, «την επιθυμία του, και άνοιξε το στόμα του, χωρίς σταματημό.» Διότι οι ειδωλολάτρες, αφού ολίσθησαν στην πολυθεΐα από μεγάλη ανοησία, και αντάλλαξαν τη δόξα του μεγάλου Θεού με ομοίωμα εικόνας φθαρτού ανθρώπου, πτηνών, τετραπόδων και ερπετών, σαν να βιάζονταν να πλεύσουν με ευνοϊκό άνεμο, έτρεχαν προς τα βάθη του θανάτου. Οι Ιουδαίοι, από την άλλη, επειδή αμέλησαν την εντολή που τους δόθηκε, ή μάλλον επειδή έφτασαν σε τέτοια αμάθεια ώστε να θεωρούν κατά κάποιον τρόπο ατιμωτικό να φαίνονται ότι πράττουν εκείνα, μέσω των οποίων όφειλαν οπωσδήποτε να κερδίσουν την επιβράβευση της άριστης διαγωγής, βιάζονταν να βαδίσουν στον ίδιο δρόμο με εκείνους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες