Ἐπεὶ δὲ ἀπεσκευασάμεθα τοῦ λόγου τὸ ἀλλότριον, καὶ εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων ἀπεπεμψάμεθα τὸν πολὺν λεγεῶνα κατὰ βυθῶν χωρήσαντα, ὃ δεύτερόν ἐστι, πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς ἴδωμεν, καὶ ξέσωμεν εἰς κάλλος, ὥσπερ ἀνδριάντα, τὸν θεολόγον. ἐκεῖνο δὲ πρῶτον λογισώμεθα, τίς ἡ τοσαύτη περὶ τὸν λόγον φιλοτιμία καὶ γλωσσαλγία; τίς ἡ καινὴ νόσος αὕτη καὶ ἀπληστία; τί τὰς χεῖρας δήσαντες τὰς γλώσσας ὡπλίσαμεν; οὐ φιλοξενίαν ἐπαινοῦμεν; οὐ φιλαδελφίαν, οὐ φιλανδρίαν, οὐ παρθενίαν, οὐ πτωχοτροφίαν θαυμάζομεν; οὐ ψαλμῳδίαν, οὐ πάννυχον στάσιν, οὐ δάκρυον; οὐ τὸ σῶμα νηστείαις ὑποπιέζομεν; οὐ δι᾽ εὐχῆς πρὸς θεὸν ἐκδημοῦμεν; οὐ τῷ κρείττονι τὸ χεῖρον ὑποζεύγνυμεν, τὸν χοῦν λέγω τῷ πνεύματι, ὡς ἂν οἱ τῷ κράματι δικαίως δικάζοντες; οὐ μελέτην θανάτου τὸν βίον ποιούμεθα; οὐ τῶν παθῶν δεσπόται καθιστάμεθα, μεμνημένοι τῆς ἄνωθεν εὐγενείας; οὐ θυμὸν τιθασσεύομεν ἐξοιδοῦντα καὶ ἀγριαίνοντα; οὐκ ἔπαρσιν καταβάλλουσαν, οὐ λύπην ἀλόγιστον, οὐχ ἡδονὴν ἀπαίδευτον, οὐ γέλωτα πορνικόν, οὐκ ὄψιν ἄτακτον, οὐκ ἀκοὴν ἄπληστον, οὐ λόγον ἄμετρον, οὐ διάνοιαν ἔκτοπον, οὐχ ὅσα παρ᾽ ἡμῶν ὁ πονηρὸς καθ᾽ ἡμῶν λαμβάνει, τὸν διὰ τῶν θυρίδων, ὡς ἡ γραφή φησιν, εἴτουν αἰσθητηρίων, εἰσάγων θάνατον;
Μετάφραση
Επειδή, λοιπόν, απομακρύναμε από τον λόγο κάθε τι το ξένο, και αποπέμψαμε την πολυάριθμη λεγεώνα στην αγέλη των χοίρων που κατακρημνίστηκε στους βυθούς, ας στρέψουμε τώρα το βλέμμα στο δεύτερο ζήτημα, δηλαδή στους ίδιους μας τους εαυτούς, και ας σμιλέψουμε τον θεολόγο στην εντέλεια του κάλλους, σαν να είναι ανδριάντας. Αλλά πρώτα ας αναλογιστούμε εκείνο: προς τι αυτή η τόσο μεγάλη επίδειξη και φλυαρία γύρω από τον λόγο; Ποια είναι αυτή η νέα νόσος και απληστία; Γιατί δέσαμε τα χέρια μας και οπλίσαμε τις γλώσσες μας; Μήπως δεν επαινούμε τη φιλοξενία; Δεν θαυμάζουμε τη φιλαδελφία, τη συζυγική αγάπη, την παρθενία, τη φροντίδα των πτωχών; Μήπως δεν θαυμάζουμε την ψαλμωδία, την ολονύκτια στάση της αγρυπνίας, το δάκρυ; Δεν καταπονούμε το σώμα με νηστείες; Δεν αποδημούμε νοερά προς τον Θεό μέσω της προσευχής; Δεν υποτάσσουμε το κατώτερο στο ανώτερο, εννοώ το χώμα στο πνεύμα, όπως πράττουν όσοι κρίνουν δίκαια τη διφυή μας σύσταση; Δεν καθιστούμε τον βίο μας μελέτη θανάτου; Δεν γινόμαστε κύριοι των παθών μας, ενθυμούμενοι την ουράνια καταγωγή μας; Δεν τιθασεύουμε τον θυμό που φουσκώνει και αγριεύει; Δεν δαμάζουμε την έπαρση που μας καταρρίπτει, την άλογη λύπη, την αχαλίνωτη ηδονή, το ανήθικο γέλιο, το άτακτο βλέμμα, την άπληστη ακοή, τον άμετρο λόγο, την άτοπη σκέψη, και όλα όσα λαμβάνει από εμάς ο πονηρός για να τα στρέψει εναντίον μας, αυτός που εισάγει τον θάνατο μέσα από τα παράθυρα, όπως λέει η Γραφή, δηλαδή μέσα από τις αισθήσεις;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες