πάντα γὰρ οἶδεν ὡς Θεός· ἀρχὴν δὲ καὶ ῥίζαν ταῖς διαλέξεσι τιθεὶς τὴν ἐρώτησιν. <Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ Ῥαββὶ, ποῦ μένεις;> Εὐπαιδεύτως ὑπαντῶσιν οἱ διερωτώμενοι· διδάσκαλον γὰρ ἤδη καλοῦσι, τὸ βούλεσθαί τι μαθεῖν διὰ τούτου σαφῶς διερμηνεύοντες· εἶτα τὴν ἑστίαν ἀξιοῦσι μαθεῖν, ὡς ἐν αὐτῇ τὴν χρείαν ἐροῦντες εὐκαίρως· οὐ γὰρ δήπου, κατὰ τὸ εἰκὸς, τὸν ἐπὶ τοῖς ἀναγκαίοις λόγον, ὁδοῦ πάρεργον ποιεῖσθαι δεῖν ἐδοκίμαζον· ἔσται δὲ πάλιν ἡμῖν εἰς τύπον ἐπωφελῆ τὸ λεγόμενον. <Λέγει αὐτοῖς Ἔρχεσθε καὶ ὄψεσθε.> Οὐ σημαίνει τὴν οἰκίαν, καίτοι τοῦτο ποιεῖν ἐξαιτούμενος, ἰέναι δὲ μᾶλλον εἰς αὐτὴν παραχρῆμα κελεύει· πρῶτον μὲν ἐκεῖνο διδάσκων, ὡς ἐν ὑπογραμμῷ τῷ πράγματι, ὅτι τῶν ἀγαθῶν τὴν ζήτησιν, οὐκ εἰς ὑπερθέσεις ἀναῤῥιπτεῖσθαι καλόν· τὸ γὰρ μέλλειν ὅλως ἐν τοῖς ὠφελεῖν πεφυκόσιν ἐπιζήμιον· εἶτα πρὸς τούτῳ καὶ τόδε, ὅτι τοῖς ἀγνοοῦσιν ἔτι τὸν ἅγιον οἶκον τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Χριστοῦ, τουτέστι τὴν Ἐκκλησίαν, οὐ τὸ ὅποι ποτὲ κεῖται μαθεῖν ἀρκέσει πρὸς σωτηρίαν, ἀλλὰ τὸ ἐλθεῖν εἰς αὐτὸν διὰ τῆς πίστεως, ἰδεῖν τε τὰ ἐν αὐτῷ μυστικῶς δηλονότι τελούμενα. <Ἦλθον οὖν καὶ εἶδον ποῦ μένει καὶ παρ᾽ αὐτῷ ἔμειναν τὴν ἡμέραν ἐκείνην· ὥρα ἦν ὡς δεκάτη.> Εὐπαρέδρως οἱ μαθηταὶ τὴν τῶν θείων μυστηρίων ἐπαιδεύοντο γνῶσιν· οὐ γὰρ οἶμαι πρέπειν ἁψίκορον τοῖς φιλομαθέσιν ἐνυπάρχειν διάνοιαν, φιλοπονωτάτην δὲ μᾶλλον, καὶ τῆς ἐν ἱδρῶσιν ἀγαθοῖς μικροψυχίας κρείττονα, ὡς εἰς ἅπαντα τῆς ζωῆς τὸν καιρὸν ἐν ὁλοκλήρῳ τῇ προθυμίᾳ φαίνεσθαι διαπρέποντα· τοῦτο γὰρ ὡς δι᾽ αἰνίγματος οἶμαι δηλοῦν τό Παρ᾽ αὐτῷ ἔμειναν τὴν ἡμέραν ἐκείνην.
Μετάφραση
διότι γνωρίζει τα πάντα ως Θεός· θέτοντας όμως την ερώτηση ως αρχή και ρίζα για τη συζήτηση. <Εκείνοι δε του είπαν: Ραββί, πού μένεις;> Με ευγένεια απαντούν αυτοί που ρωτήθηκαν· διότι τον αποκαλούν ήδη δάσκαλο, εκφράζοντας σαφώς με αυτόν τον τρόπο την επιθυμία τους να μάθουν κάτι· έπειτα ζητούν να μάθουν την κατοικία του, με σκοπό να πουν εκεί όσα χρειάζονται σε κατάλληλο χρόνο· διότι βεβαίως δεν θεωρούσαν σωστό, όπως είναι φυσικό, να κάνουν πάρεργο του δρόμου τον λόγο για τα αναγκαία ζητήματα· τα λεγόμενα, όμως, θα αποτελέσουν και πάλι για εμάς έναν ωφέλιμο τύπο. <Λέει σε αυτούς: Ελάτε και θα δείτε.> Δεν τους υποδεικνύει την οικία, αν και του ζητήθηκε να το κάνει αυτό, αλλά μάλλον τους προτρέπει να πάνε σε αυτήν αμέσως· διδάσκοντας πρώτα αυτό, δίνοντας το παράδειγμα με την πράξη του, ότι δεν είναι καλό η αναζήτηση των αγαθών να αναβάλλεται· διότι η καθυστέρηση σε όσα έχουν τη φύση να ωφελούν είναι εντελώς επιζήμια· έπειτα, εκτός από αυτό, προσθέτει και το εξής: ότι για όσους αγνοούν ακόμη τον άγιο οίκο του Σωτήρος ημών Χριστού, δηλαδή την Εκκλησία, δεν αρκεί για τη σωτηρία το να μάθουν πού βρίσκεται, αλλά το να προσέλθουν σε αυτόν μέσω της πίστεως, και βεβαίως να δουν όσα τελούνται μυστικώς σε αυτόν. <Πήγαν λοιπόν και είδαν πού μένει και έμειναν κοντά του εκείνη την ημέρα· η ώρα ήταν περίπου δέκατη.> Με αφοσίωση οι μαθητές διδάσκονταν τη γνώση των θείων μυστηρίων· διότι νομίζω ότι δεν πρέπει στους φιλομαθείς να υπάρχει μια διάνοια που να ικανοποιείται και να αποκάμνει εύκολα, αλλά μάλλον ιδιαίτερα φιλόπονη, και ανώτερη από τη μικροψυχία στους αγαθούς κόπους, ώστε σε όλο τον χρόνο της ζωής να διαπρέπει με απόλυτη προθυμία· διότι νομίζω ότι αυτό ακριβώς φανερώνει με αινιγματικό τρόπο το: Έμειναν κοντά του εκείνη την ημέρα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες