ἐπειδὴ δέ φησιν Ὥρα ἦν ὡς δεκάτη, καὶ πρὸς αὐτὸ τοῦτο λέγομεν τὸν ἑκάστῳ χρήσιμόν τε καὶ οἰκεῖον ἐφαρμόζοντες λόγον, ὅτι πάλιν ἡμᾶς διὰ τῆς οὕτω λεπτῆς ἐπιχειρήσεως ἐκδιδάσκει τῆς θεολογίας ὁ συγγραφεὺς, ὡς οὐκ ἐν ἀρχῇ τοῦ παρόντος αἰῶνος τὸ μέγα τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ἐγνωρίσθη μυστήριον, ἀλλ᾽ εἰς τέλος ἤδη καταλύοντος τοῦ καιροῦ· ἐπ᾽ ἐσχάτων γὰρ, ὡς γέγραπται, τῶν ἡμερῶν διδακτοὶ πάντες ἀναδεδείγμεθα Θεοῦ. δέχου δέ μοι πάλιν τῶν εἰρημένων εἰκόνα περὶ τὴν δεκάτην ὥραν, προσεδρεύοντας τῷ Σωτῆρι τοὺς μαθητὰς, οὓς καὶ καταλύσαντας ἅπαξ προσμεμενηκέναι φησὶν ὁ ἅγιος Εὐαγγελιστής· ἵνα πάλιν μανθάνωσιν οἱ διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸν θεῖον εἰσελαύνοντες οἶκον καὶ αὐτῷ προστρέχοντες τῷ Χριστῷ, ὅτι χρὴ προσμένειν αὐτῷ, καὶ μὴ πάλιν ἀλλοτριοῦσθαι φιλεῖν, ἢ πρὸς ἁμαρτίαν ἐκβαίνοντας ἢ παλινδρομοῦντας εἰς ἀπιστίαν. <Ἦν Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ Ἰωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ· εὑρίσκει οὗτος πρῶτος τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα, καὶ λέγει αὐτῷ Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν, καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν.> Οἱ λαβόντες ἄρτι τὸ τάλαντον, εὐθὺς τοῦ ταλάντου τὴν ἐργασίαν ἐπάγονται, καὶ τῷ δεσπότῃ προσάγουσι.
Μετάφραση
Και επειδή λέει «Η ώρα ήταν περίπου δεκάτη», λέμε και ως προς αυτό ακριβώς, εφαρμόζοντας τον χρήσιμο και οικείο στον καθένα λόγο, ότι πάλι ο συγγραφέας μάς διδάσκει τη θεολογία μέσω αυτής της τόσο λεπτής παρατήρησης, ότι δηλαδή το μέγα μυστήριο του Σωτήρος μας δεν φανερώθηκε στην αρχή αυτού του αιώνα, αλλά στο τέλος, όταν πια ο καιρός τελείωνε· διότι στις έσχατες ημέρες, όπως είναι γραμμένο, όλοι έχουμε αναδειχθεί διδακτοί του Θεού. Δέξου, λοιπόν, πάλι την εικόνα των λεγομένων σχετικά με τη δεκάτη ώρα, ότι δηλαδή οι μαθητές παρέμειναν κοντά στον Σωτήρα, για τους οποίους ο άγιος Ευαγγελιστής λέει ότι, αφού κατέλυσαν μια φορά, παρέμειναν μαζί του· ώστε πάλι να μαθαίνουν όσοι μέσω της πίστεως εισέρχονται στον θείο οίκο και προστρέχουν στον ίδιο τον Χριστό, ότι πρέπει να παραμένουν κοντά του, και να μην αγαπούν πάλι την αποξένωση, είτε εκτρεπόμενοι προς την αμαρτία είτε παλινδρομώντας προς την απιστία. <Ο Ανδρέας, ο αδελφός του Σίμωνα Πέτρου, ήταν ένας από τους δύο που άκουσαν τον Ιωάννη και τον ακολούθησαν· αυτός βρίσκει πρώτος τον αδελφό του τον Σίμωνα, και του λέει: Βρήκαμε τον Μεσσία, και τον οδήγησε στον Ιησού.> Αυτοί, μόλις έλαβαν το τάλαντο, αμέσως εφαρμόζουν την εργασία του ταλάντου και την προσφέρουν στον δεσπότη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες