χρὴ δὲ πιστεύειν ἡμᾶς, ὅτι περ ἦν θεία τις καὶ ἄῤῥητος χάρις, τοῖς τοῦ Σωτῆρος λόγοις συνεκτρέχουσα, καὶ τὰς τῶν ἀκροωμένων ψυχὰς καταθέλγουσα. οὕτω γὰρ γέγραπται, ὅτι “πάντες ”ἐθαύμαζον ἐπὶ τοῖς λόγοις τῆς χάριτος τοῖς ἐκπορευομένοις “ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ·” ὡς γὰρ ἐνεργὴς ὁ λόγος εἰς δύναμιν, οὕτω καὶ εἰς τὸ πείθειν ἦν ἱκανός. <Ἴδε ἀληθὴς Ἰσραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστιν.> Οὔπω τὴν διὰ σημείων ἐπιτηδεύσας ἐπίδειξιν, ἑτέρῳ τρόπῳ Χριστὸς τούς τε οἰκείους ἀναπείθειν ἐπειρᾶτο μαθητὰς, καὶ τοὺς ὅσοι περ ἦσαν τῶν αὐτῷ προσιόντων νουνεχέστεροι, ὡς εἴη μὲν αὐτὸς ὁ κατὰ φύσιν Υἱὸς καὶ Θεὸς, ἥκοι δὲ τῆς ἁπάντων ἕνεκα σωτηρίας ἐν ἀνθρωπείᾳ μορφῇ. τίς οὖν ὁ τρόπος ὁ πρὸς πίστιν ἐπαγωγός; ἡ θεοπρεπὴς δηλονότι γνῶσις. τὸ γὰρ εἰδέναι τὰ πάντα, μόνῳ πρέπει Θεῷ· ἀποδέχεται τοιγαροῦν τὸν Ναθαναὴλ, οὐ κολακείαις ἁρπάζων εἰς διάθεσιν, ἀλλ᾽ ἐξ ὧν αὐτῷ συνῄδει πιστούμενος, ὅτι γινώσκει καρδίας, ὡς Θεός. <Πόθεν με γινώσκεις;> Ἄρχεται θαυμάζειν ὁ Ναθαναὴλ, καὶ καλεῖται πρὸς πίστιν ἤδη βεβαίαν· ἔτι δὲ μανθάνειν ἀξιοῖ, πόθεν ἂν ἔχοι τῶν κατ᾽ αὐτὸν τὴν γνῶσιν· ἀκριβεῖς γὰρ λίαν αἱ φιλομαθεῖς καὶ φιλόθεοι ψυχαί.
Μετάφραση
Πρέπει δε να πιστεύουμε εμείς, ότι υπήρχε κάποια θεία και άρρητη χάρη, η οποία συνόδευε τους λόγους του Σωτήρα, και σαγήνευε τις ψυχές των ακροατών. Διότι έτσι είναι γραμμένο, ότι «όλοι» θαύμαζαν για τους λόγους της χάριτος που εκπορεύονταν «από το στόμα του»· διότι, όπως ο λόγος του ήταν ενεργός ως προς τη δύναμη, έτσι ήταν και ικανός στο να πείθει. <Ιδού αληθινός Ισραηλίτης, στον οποίο δεν υπάρχει δόλος.> Προτού ακόμη προβεί σε επίδειξη μέσω θαυμάτων, με άλλον τρόπο ο Χριστός προσπαθούσε να πείσει και τους δικούς του μαθητές, και όσους από αυτούς που τον πλησίαζαν ήταν πιο συνετοί, ότι αυτός είναι ο κατά φύση Υιός και Θεός, και ότι ήλθε για τη σωτηρία όλων με ανθρώπινη μορφή. Ποιος λοιπόν ήταν ο τρόπος που οδηγούσε προς την πίστη; Προφανώς η θεοπρεπής γνώση. Διότι το να γνωρίζει τα πάντα αρμόζει μόνο στον Θεό· γι' αυτό αποδέχεται τον Ναθαναήλ, όχι προσελκύοντάς τον με κολακείες, αλλά επιβεβαιώνοντας μέσα από όσα γνώριζε γι' αυτόν, ότι γνωρίζει τις καρδιές, ως Θεός. <Από πού με γνωρίζεις;> Αρχίζει να θαυμάζει ο Ναθαναήλ, και καλείται πλέον σε βέβαιη πίστη· ζητά δε να μάθει ακόμη, από πού θα μπορούσε να έχει τη γνώση γι' αυτόν· διότι είναι πάρα πολύ ερευνητικές οι φιλομαθείς και φιλόθεες ψυχές.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες