Πῶς δὲ οὐ θέλεις ταῖς ζωτικαῖς καὶ λογιστικαῖς καὶ παθητικαῖς κινήσεσι χωρίζεσθαι τὸν Λόγον τῆς ἀνθρωπότητος; Ἆρα γὰρ καὶ αὐξάνων, θεϊκῇ κινήσει ἀπὸ ἡλικίας εἰς ἡλικίαν θεϊκῶς ηὔξανεν; Καὶ σοφίᾳ προκόπτων, θεϊκῶς προσέκοπτεν; Καὶ λυπούμενος καὶ ἀγωνιῶν, καὶ ταραττόμενος, θεϊκῶς ἐλυπεῖτο καὶ ἠγωνία, καὶ ἐταράττετο, καὶ ἐκοπία καὶ ἔπασχεν; Μὴ γένοιτο! Ἀλλ᾽ ὥσπερ τὸ σῶμα τὸ ἐκ Μαρίας, ἑαυτοῦ σῶμα ἔλεγεν ὁ Θεὸς Λόγος, οὐ τῆς αὐτῆς οὐσίας ὂν τῇ θεότητι· οὕτω καὶ τὰ πάθη καὶ τὴν αὔξησιν τὴν ζωτικὴν καὶ λογιστικὴν ἑαυτοῦ λέγει, ἰδιοποιούμενος πάντα τῆς ἀνθρωπότητος τῇ εὐδοκίᾳ τῆς χάριτος· ὡσαύτως καὶ τὴν σάρκα ζωῆς ὄργανον ἁρμοζόμενον πρὸς τὰς θείας βουλάς. Ἵνα γὰρ πτύσῃ, σώματι κέχρηται ὀργάνῳ· ἵνα ταφῇ, ὁμοίως τῷ σώματι· ἵνα δὲ πάθῃ ἑκουσίως, καὶ ἵνα τὸν ᾅδην σκυλεύσῃ, τῇ ψυχῇ, ἣν ἔλεγε τιθέναι ὑπὲρ τῶν προβάτων.
Μετάφραση
Πώς λοιπόν δεν θέλεις να διαχωρίζεται ο Λόγος από την ανθρωπότητα ως προς τις ζωτικές, λογικές και παθητικές κινήσεις; Άραγε, όταν αυξανόταν, με θεϊκή κίνηση αυξανόταν θεϊκώς από ηλικία σε ηλικία; Και όταν πρόκοβε στη σοφία, πρόκοβε θεϊκώς; Και όταν λυπόταν και αγωνιούσε και ταρασσόταν, μήπως λυπόταν και αγωνιούσε και ταρασσόταν και κοπίαζε και έπασχε θεϊκώς; Μη γένοιτο! Αλλ' όπως ακριβώς το σώμα που προήλθε από τη Μαρία, ο Θεός Λόγος το ονόμαζε δικό Του σώμα, παρόλο που δεν ήταν της ίδιας ουσίας με τη θεότητα· έτσι και τα πάθη και τη ζωτική και λογική αύξηση τα ονομάζει δικά Του, οικειοποιούμενος τα πάντα της ανθρωπότητας με την ευδοκία της χάριτος. Ομοίως θεωρεί και τη σάρκα ως όργανο ζωής εναρμονισμένο με τις θείες βουλές. Διότι, για να φτύσει, χρησιμοποίησε το σώμα ως όργανο· για να ταφεί, ομοίως το σώμα· ενώ για να πάθει εκουσίως και για να σκυλεύσει τον άδη, χρησιμοποίησε την ψυχή, την οποία έλεγε ότι παραδίδει υπέρ των προβάτων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες