ἐπεὶ δὲ ὁ Πατὴρ, οὐκ ἐπειδὴ πατήρ ἐστι, ποιεῖ τὰ θαύματα, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ Θεός ἐστι φύσει· καὶ ὁ Υἱὸς ἄρα, οὐκ ἐπειδὴ Υἱὸς, ἀλλ᾽ ὡς Θεὸς ἐκ Θεοῦ, δύναται καὶ αὐτὸς τὰ τοῦ Πατρὸς ἔργα ποιεῖν· διὸ οἰκονομικῶς εἶπεν, ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρὸς τὰ ἔργα ποιεῖν. <Ἀλλ᾽ ὑμεῖς οὐ πιστεύετέ μοι, ὅτι οὐκ ἐστε ἐκ τῶν προβάτων τῶν ἐμῶν. καθὼς δὲ εἶπον ὑμῖν, τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούουσι, κἀγὼ γινώσκω αὐτὰ, καὶ ἀκολουθοῦσί μοι, κἀγὼ δίδωμι αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον, καὶ οὐ μὴ ἀπόλωνται εἰς τὸν αἰῶνα.> Ἀπόδειξις τῶν τοῦ Χριστοῦ προβάτων, τὸ εὐήκοον καὶ τὸ ἕτοιμον εἰς εὐπείθειαν, ὥσπερ τῶν ἀλλοτρίων τὸ ἀπειθές. τὸ γάρ Ἀκούειν ὧδε νοοῦμεν, τὸ τοῖς λεγομένοις πεισθῆναι· ἐκεῖνοι δὲ γινώσκονται ὑπὸ Θεοῦ οἱ ἀκούοντες αὐτοῦ· τὸ δέ Γινώσκεσθαι δηλοῖ τὸ οἰκειοῦσθαι· καθόλου γὰρ οὐδεὶς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἀγνοεῖται. ὅταν οὖν λέγῃ Γινώσκω τὰ ἐμὰ, τοῦτό φησιν, ὅτι προσδέξομαι καὶ οἰκειώσομαι αὐτὰ μυστικῶς τε καὶ σχετικῶς. εἴποι δ᾽ ἄν τις ὅτι καὶ καθὸ ἄνθρωπος γέγονε, πάντας ἀνθρώπους ᾠκειώσατο διὰ τὸ ὁμογενὲς, ὥστε οἰκεῖοι πάντες ἐσμὲν Χριστῷ κατὰ σχέσιν μυστικὴν, καθὸ γέγονεν ἄνθρωπος· ἀλλότριοι δὲ ὅσοι μὴ φυλάττουσι τὴν σύμμορφον τῆς ἁγιότητος εἰκόνα. οὕτω γὰρ καὶ Ἰουδαῖοι οἰκεῖοι ὄντες κατὰ γένος τοῦ Ἁβραὰμ τοῦ πιστοῦ, ἐξ ὧν ἄπιστοι γεγόνασιν, ἐστερήθησαν τῆς ἐκείνου συγγενείας διὰ τὴν τῶν τρόπων ἀνομοιότητα.
Μετάφραση
Επειδή όμως ο Πατέρας δεν κάνει τα θαύματα επειδή είναι Πατέρας, αλλά επειδή είναι Θεός κατά φύση· άρα και ο Υιός, όχι επειδή είναι Υιός, αλλά ως Θεός από Θεό, μπορεί και αυτός να κάνει τα έργα του Πατέρα· γι' αυτό κατ' οικονομίαν είπε ότι κάνει τα έργα στο όνομα του Πατέρα. <Αλλά εσείς δεν με πιστεύετε, επειδή δεν είστε από τα δικά μου πρόβατα. Όπως δε σας είπα, τα δικά μου πρόβατα ακούν τη φωνή μου, και εγώ τα γνωρίζω, και με ακολουθούν, και εγώ τους δίνω αιώνια ζωή, και δεν πρόκειται να χαθούν στον αιώνα.> Απόδειξη των προβάτων του Χριστού είναι η προθυμία στο να ακούν και η ετοιμότητα προς υπακοή, όπως ακριβώς η απείθεια είναι χαρακτηριστικό των ξένων. Διότι το «ακούειν» εδώ το κατανοούμε ως το να πείθονται στα λεγόμενα· και γνωρίζονται από τον Θεό εκείνοι που τον ακούν· το δε «γνωρίζεσθαι» φανερώνει την οικείωση· διότι γενικά κανένας δεν αγνοείται από τον Θεό. Όταν, λοιπόν, λέει «γνωρίζω τα δικά μου», εννοεί τούτο, ότι θα τα προσδεχτώ και θα τα κάνω οικεία μου μυστικώς και σχετικώς. Θα μπορούσε δε να πει κανείς ότι και καθόσον έγινε άνθρωπος, έκανε οικείους του όλους τους ανθρώπους λόγω του ομογενούς, ώστε όλοι είμαστε οικείοι του Χριστού κατά μυστική σχέση, καθόσον έγινε άνθρωπος· αλλότριοι όμως είναι όσοι δεν διαφυλάσσουν τη σύμμορφη με την αγιότητα εικόνα. Διότι έτσι και οι Ιουδαίοι, αν και ήταν οικείοι κατά το γένος του πιστού Αβραάμ, από τη στιγμή που έγιναν άπιστοι, στερήθηκαν τη συγγένεια μαζί του εξαιτίας της ανομοιότητας των τρόπων τους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες