Ὅθεν τῆς σαρκὸς πασχούσης, οὐκ ἦν ἐκτὸς ταύτης ὁ Λόγος· διὰ τοῦτο γὰρ αὐτοῦ λέγεται καὶ τὸ πάθος· καὶ θεϊκῶς δὲ ποιοῦντος αὐτοῦ τὰ ἔργα τοῦ Πατρὸς, οὐκ ἦν ἔξωθεν αὐτοῦ ἡ σάρξ· ἀλλ᾽ ἐν αὐτῷ τῷ σώματι ταῦτα πάλιν ὁ Κύριος ἐποίει· διὰ τοῦτο γὰρ καὶ ἄνθρωπος γενόμενος ἔλεγεν· Εἰ οὐ ποιῶ τὰ ἔργα τοῦ Πατρός μου, μὴ πιστεύετέ μοι· εἰ δὲ ποιῶ, κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύετε, ἵνα γινώσκητε, ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ Πατὴρ, κἀγὼ ἐν αὐτῷ. Ἀμέλει ὅτε χρεία γέγονε τὴν πενθερὰν τοῦ Πέτρου πυρέσσουσαν ἐγεῖραι, ἀνθρωπίνως μὲν ἐξέτεινε τὴν χεῖρα, θεϊκῶς δὲ ἦν παύων τὴν νόσον.
Μετάφραση
Επομένως, όταν η σάρκα έπασχε, ο Λόγος δεν βρισκόταν εκτός αυτής· γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο το πάθος λέγεται ότι είναι δικό Του. Αλλά και όταν Εκείνος επιτελούσε θεϊκώς τα έργα του Πατέρα, η σάρκα δεν βρισκόταν έξω από Αυτόν· αντίθετα, μέσα στο ίδιο το σώμα Του ο Κύριος επιτελούσε πάλι τα έργα αυτά. Γι' αυτόν τον λόγο, άλλωστε, έχοντας γίνει άνθρωπος έλεγε: «Εάν δεν κάνω τα έργα του Πατέρα μου, να μην με πιστεύετε· εάν όμως τα κάνω, και αν ακόμα δεν πιστεύετε σε εμένα, να πιστεύετε στα έργα, για να γνωρίσετε ότι ο Πατέρας είναι μέσα σε εμένα, και εγώ μέσα σε Αυτόν». Βεβαίως, όταν παρουσιάστηκε η ανάγκη να εγείρει την πεθερά του Πέτρου που είχε πυρετό, ανθρώπινα μεν άπλωσε το χέρι, θεϊκά όμως κατέπαυε τη νόσο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες