ὅρα δὲ ὅτι οὐκ εἶπε Λάζαρος ἀπέθανε καὶ πορεύομαι ἀναστῆσαι αὐτὸν, ἀλλά φησι Κεκοίμηται, τὸ κομπαστικὸν φεύγων, πρὸς ἡμετέραν διδασκαλίαν καὶ ὠφέλειαν· οὐ γὰρ ἂν οὕτως ἀμυδρὰν μετ᾽ ἐπικρύψεως ἠφίει φωνὴν, ὡς μηδ᾽ αὐτοὺς συνιέναι τοὺς μαθητὰς τὸν λόγον. οὐ γὰρ ἔφη Πορεύομαι ζωώσων ἢ ἀναστήσων αὐτὸν ἐκ νεκρῶν, ἀλλ᾽ ἐξυπνίσων· ὅπερ ἦν ἀργὸν τέως εἰς ὑποψίαν. <Εἶπον οὖν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ Κύριε, εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται. εἴρηκε δὲ ὁ Ἰησοῦς περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ· ἐκεῖνοι δὲ ἔδοξαν ὅτι περὶ τῆς κοιμήσεως τοῦ ὕπνου λέγει.> Ἐκεῖνοι δὲ μὴ νοήσαντες τοῦ λόγου τὴν δύναμιν, ᾠήθησαν τὸν Ἰησοῦν λέγειν περὶ κοιμήσεως ὕπνου, ὃς ἐπὶ τὸ πολὺ τοῖς ἀῤῥώστοις συμβαίνων, ἀνάπαυσιν ποιεῖ· διό φασιν Οὐκ ἀξιόλογος ἡ ἄφιξις τοῦ ἄφυπνον ποιῆσαι τὸν Λάζαρον· οὐ γὰρ ἐπωφελὲς τὸ ἐξυπνίσαι ἄῤῥωστον. ταῦτα δὲ ἔλεγον, ἐγκόψαι αὐτὸν βουλόμενοι τῆς ὁδοῦ, λέγοντες ὅτι οὐκ ἄξιον ἐν μέσῳ γενέσθαι τῶν φονευτῶν, διὰ τὸ ποιῆσαι πρᾶγμα οὐκ ἐπωφελές. <Τότε εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς παῤῥησίᾳ Λάζαρος ἀπέθανε, καὶ χαίρω δι᾽ ὑμᾶς, ἵνα πιστεύσητε, ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ. ἀλλὰ ἄγωμεν πρὸς αὐτόν.> Μὴ νοησάντων οὖν τῶν μαθητῶν, ὅτι τὸν θάνατον ὕπνον ὠνόμασε, λευκότερον ἐνέφηνεν εἰπὼν, ὅτι ἀπέθανε. φησὶ δὲ ἑαυτὸν χαίρειν, οὐ διὰ φιλοδοξίαν, ὅτι ἔμελλε ποιῆσαι τὸ θαῦμα, ἀλλ᾽ ὅτι τοῦτο πρόφασις ἔμελλε γίνεσθαι τοῖς μαθηταῖς εἰς πίστιν.
Μετάφραση
Πρόσεξε δε ότι δεν είπε «Ο Λάζαρος πέθανε και πηγαίνω να τον αναστήσω», αλλά λέει «Έχει κοιμηθεί», αποφεύγοντας την κομπορρημοσύνη, για δική μας διδασκαλία και ωφέλεια· διότι αλλιώς δεν θα εξέφερε έναν τόσο αμυδρό και συγκαλυμμένο λόγο, ώστε ούτε οι ίδιοι οι μαθητές να μην κατανοήσουν τα λεγόμενά του. Διότι δεν είπε «Πηγαίνω για να του δώσω ζωή ή για να τον αναστήσω από τους νεκρούς», αλλά «για να τον ξυπνήσω»· πράγμα που ήταν προς το παρόν ασαφές ώστε να κινήσει υποψία. <Είπαν λοιπόν οι μαθητές του: «Κύριε, αν έχει κοιμηθεί, θα σωθεί». Είχε μιλήσει όμως ο Ιησούς για τον θάνατό του· εκείνοι όμως νόμισαν ότι μιλάει για την κοίμηση του ύπνου.> Εκείνοι δε, μη κατανοώντας τη δύναμη του λόγου, θεώρησαν ότι ο Ιησούς μιλούσε για την κοίμηση του ύπνου, ο οποίος, καθώς συμβαίνει ως επί το πλείστον στους αρρώστους, επιφέρει ανάπαυση· γι' αυτό λένε ότι δεν αξίζει τον κόπο η μετάβαση για να ξυπνήσει τον Λάζαρο· διότι δεν είναι ωφέλιμο το να ξυπνήσεις έναν άρρωστο. Αυτά δε τα έλεγαν, θέλοντας να τον αποτρέψουν από το ταξίδι, υποστηρίζοντας ότι δεν αξίζει να βρεθεί ανάμεσα σε φονιάδες, για να κάνει ένα πράγμα που δεν είναι ωφέλιμο. <Τότε τους είπε ο Ιησούς ξεκάθαρα: «Ο Λάζαρος πέθανε, και χαίρω για εσάς, για να πιστέψετε, που δεν ήμουν εκεί. Αλλά ας πάμε σε αυτόν».> Επειδή λοιπόν οι μαθητές δεν είχαν κατανοήσει ότι ονόμασε τον θάνατο ύπνο, τους το φανέρωσε πιο καθαρά λέγοντας ότι πέθανε. Λέει δε ότι χαίρεται, όχι από φιλοδοξία, επειδή επρόκειτο να κάνει το θαύμα, αλλά επειδή αυτό επρόκειτο να γίνει αφορμή στους μαθητές για να πιστέψουν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες