τὸ δὲ εἰπεῖν Ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ, τοῦτο δηλοῖ. εἰ ἤμην ἐκεῖ, οὐκ ἔμελλεν ἀποθνήσκειν, ἠλέησα γὰρ ἂν αὐτὸν καὶ ὀλίγον κάμνοντα· νῦν δὲ ἀπόντος ἐμοῦ συνέβη ὁ θάνατος, ἵνα ἀναστήσας αὐτὸν, μεγάλην ὑμῖν ἐμποιήσω τὴν ὠφέλειαν διὰ τῆς εἰς ἐμὲ πίστεως. ταῦτα δὲ λέγει ὁ Χριστὸς, οὐχ ὡς τότε μόνον δυνάμενος τὰ θεοπρεπῆ ποιεῖν, ὅταν παρῇ· ἀλλ᾽ ἐπείπερ εἰ παρῆν, οὐκ ἂν παρεῖδε τὸν φίλον ἕως θανάτου καταβιβασθέντα. τὸ δέ Ἄγωμεν πρὸς αὐτὸν, ὡς πρὸς ζῶντά φησι· ζῶσι γὰρ αὐτῷ ὡς Θεῷ οἱ νεκροὶ, ὡς μέλλοντες ζήσειν. <Εἶπεν οὖν Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος τοῖς συμμαθηταῖς αὐτοῦ Ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς, ἵνα ἀποθάνωμεν μετ᾽ αὐτοῦ.> Ὁ τοῦ Θωμᾶ λόγος ἔχει μὲν προθυμίαν· ἔχει δὲ καὶ δειλίαν, καὶ γέγονε μὲν ἐκ φιλοθέου φρονήματος, κατακεκέρασται δὲ τῇ ὀλιγοπιστίᾳ. ἀπολειφθῆναι γὰρ οὐκ ἀνέχεται, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους ἀναπείθει τοῦτο ποιεῖν· ὅμως οἴεται ὅτι καὶ παθεῖν ἔμελλον ὑπὸ Ἰουδαίων, καὶ οὐ θέλοντος αὐτοῦ, διὰ τὸ φονικὸν τῶν Ἰουδαίων, οὐ σκοπῶν τὴν τοῦ σώζοντος δύναμιν, ὅπερ ἔδει μᾶλλον. ἐποίει δὲ αὐτοὺς δειλοὺς ὁ Χριστὸς, ὑπὲρ μέτρον ἀνεξικακῶν ἐν οἷς ἔπασχεν ὑπὸ Ἰουδαίων. λέγει οὖν μὴ χρῆναι χωρίζεσθαι τοῦ διδασκάλου, εἰ καὶ ἀναμφίβολος πρόκειται κίνδυνος· ὡς ὑπομειδιῶν δὲ τρόπον τινὰ ὁ Θωμᾶς ἔλεγε τό Ἄγωμεν, τουτέστιν Ἀποθάνωμεν.
Μετάφραση
Το ότι είπε «ότι δεν ήμουν εκεί», αυτό φανερώνει. Αν ήμουν εκεί, δεν επρόκειτο να πεθάνει, διότι θα τον σπλαγχνιζόμουν ακόμη και όταν ασθενούσε ελαφρώς· τώρα όμως που απουσίαζα συνέβη ο θάνατος, ώστε, αφού τον αναστήσω, να σας προσφέρω μεγάλη ωφέλεια μέσω της πίστεως σε εμένα. Αυτά τα λέει ο Χριστός, όχι επειδή δύναται να επιτελεί θεοπρεπή έργα μόνο όταν είναι παρών, αλλά επειδή, αν ήταν παρών, δεν θα άφηνε τον φίλο Του να οδηγηθεί μέχρι τον θάνατο. Το δε «ας πάμε σε αυτόν», το λέει σαν να απευθύνεται σε ζωντανό· διότι για Αυτόν, ως Θεό, οι νεκροί ζουν, εφόσον πρόκειται να ζήσουν. <Είπε λοιπόν ο Θωμάς, ο λεγόμενος Δίδυμος, στους συμμαθητές του: Ας πάμε και εμείς, για να πεθάνουμε μαζί του.> Ο λόγος του Θωμά κρύβει μεν προθυμία, κρύβει όμως και δειλία, και προήλθε μεν από φιλόθεο φρόνημα, έχει όμως αναμειχθεί με ολιγοπιστία. Διότι δεν ανέχεται να μείνει πίσω, αλλά πείθει και τους άλλους να κάνουν το ίδιο· ωστόσο, νομίζει ότι επρόκειτο και να θανατωθούν από τους Ιουδαίους, ακόμη και παρά τη θέληση του Χριστού, εξαιτίας της φονικής διαθέσεως των Ιουδαίων, χωρίς να αναλογίζεται τη δύναμη Εκείνου που σώζει, πράγμα που έπρεπε κυρίως να κάνει. Και τους έκανε δειλούς ο Χριστός, δείχνοντας υπέρμετρη ανεξικακία σε όσα υπέφερε από τους Ιουδαίους. Λέει λοιπόν ότι δεν πρέπει να αποχωριστούν τον διδάσκαλο, έστω κι αν επίκειται αναμφίβολος κίνδυνος· και κάπως μειδιώντας ελαφρώς ο Θωμάς έλεγε το «ας πάμε», δηλαδή «ας πεθάνουμε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες