ἀπεκρίθη αὐτῷ ἡ Μάρθα Οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.> Ὃ λέγει ἡ Μάρθα, τοιοῦτόν ἐστιν Οὐ διὰ τοῦτο, φησὶν, ἀπέθανεν ὁ ἀδελφός μου, ὅτι ὑπόκειται ἡ ἀνθρώπου φύσις τῷ θανάτῳ, ἀλλ᾽ ὅτι σὺ οὐ παρῆς, ὁ τὸν θάνατον νικῆσαι δυνάμενος διὰ τοῦ προστάγματος. ὑπὸ δὲ τῆς λύπης ἔξω τοῦ προσήκοντος πλανωμένη, ἐνόμιζε μηκέτι δύνασθαί τι ποιῆσαι τὸν Κύριον· ὡς παραδραμόντος τοῦ καιροῦ· καὶ ᾤετο αὐτὸν παραγεγονέναι, οὐκ ἐπὶ τῷ ἀναστῆσαι Λάζαρον, ἀλλ᾽ ἵνα παραμυθήσηται αὐτάς. ἠρέμα γὰρ αὐτῷ καὶ ὑπομέμφεται βραδύναντι, καὶ μὴ εὐθὺς ἐλθόντι ὅταν ἠδύνατο βοηθεῖν, ὅτε ἀπέστειλαν λέγουσαι “Κύριε, ἴδε ὃν φιλεῖς ”ἀσθενεῖ.” τὸ δὲ λέγειν Ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεὸν δώσει σοι, ὑπερυθριώσης ἐστὶ φανερῶς αἰτῆσαι ὃ βούλεται· ὅμως σφάλλεται περὶ τὴν ἀλήθειαν, οὐχ ὡς Θεῷ διαλεγομένη, ἀλλ᾽ ὡς ἑνὶ τῶν ἁγίων, διὰ τὴν ὁρωμένην σάρκα οἰομένη ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ ὡς ἅγιος, λαμβάνει ἀπὸ Θεοῦ, οὐ μὴν εἰδυῖα ὅτι φύσει Θεὸς ὢν καὶ δύναμις τοῦ Πατρὸς, ἄμαχον ἔχει τὴν ἐπὶ πᾶσιν ἰσχύν. εἰ ᾔδει γὰρ ὅτι Θεὸς ἦν, οὐκ ἂν εἶπεν ὅτι Εἰ ἦς ὧδε· ὁ γὰρ Θεὸς πανταχοῦ ἐστιν. ὁ μέντοι Κύριος διὰ τὸ ἀφιλόκομπον, οὐκ εἶπεν Ἐγερῶ τὸν ἀδελφόν σου, ἀλλά Ἀναστήσεται, μονονουχὶ ἠρέμα αὐτὴν ἐλέγχων καὶ λέγων Ἀνίσταται μὲν καθὼς βούλει, πλὴν οὐχ ὡς σὺ νομίζεις.
Μετάφραση
Του αποκρίθηκε η Μάρθα: Γνωρίζω ότι θα αναστηθεί κατά την εσχάτη ημέρα. Αυτό που λέει η Μάρθα σημαίνει το εξής: Δεν πέθανε ο αδελφός μου γι' αυτόν τον λόγο, λέει, επειδή η ανθρώπινη φύση υπόκειται στον θάνατο, αλλά επειδή εσύ δεν ήσουν παρών, εσύ που μπορείς να νικήσεις τον θάνατο με το πρόσταγμά σου. Επειδή όμως είχε παρασυρθεί από τη λύπη πέρα από το πρέπον, νόμιζε ότι ο Κύριος δεν μπορούσε πλέον να κάνει τίποτα, καθώς είχε περάσει ο καιρός. Και θεωρούσε ότι είχε έρθει όχι για να αναστήσει τον Λάζαρο, αλλά για να τις παρηγορήσει. Διότι ελαφρώς τον μέμφεται που καθυστέρησε και δεν ήρθε αμέσως όταν μπορούσε να βοηθήσει, τότε που του έστειλαν μήνυμα λέγοντας: «Κύριε, δες, αυτός που αγαπάς ασθενεί». Το ότι λέει «Όσα κι αν ζητήσεις από τον Θεό θα σου τα δώσει», δείχνει άνθρωπο που ντρέπεται να ζητήσει φανερά αυτό που επιθυμεί. Παρόλα αυτά σφάλλει ως προς την αλήθεια, διότι δεν συνομιλεί μαζί του ως προς Θεό, αλλά ως προς έναν από τους αγίους, νομίζοντας εξαιτίας της ορατής σάρκας ότι όσα τυχόν ζητήσει ως άγιος, τα λαμβάνει από τον Θεό, μη γνωρίζοντας ότι, όντας κατά φύση Θεός και δύναμη του Πατρός, έχει ακαταμάχητη εξουσία πάνω στα πάντα. Διότι αν γνώριζε ότι ήταν Θεός, δεν θα έλεγε «Αν ήσουν εδώ»· επειδή ο Θεός είναι πανταχού παρών. Ο Κύριος ωστόσο, επειδή απέφευγε την καύχηση, δεν είπε «Εγώ θα αναστήσω τον αδελφό σου», αλλά «Θα αναστηθεί», σχεδόν ελέγχοντάς την ήπια και λέγοντας: «Θα αναστηθεί μεν όπως το επιθυμείς, όμως όχι με τον τρόπο που εσύ νομίζεις».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες