τῇ λύπῃ μέν τοι μεθύουσαν τὴν Μαρίαν οὐκ ἐλέγχει, εἰποῦσαν τό Εἰ ἦς ὧδε, τῷ πληροῦντι τὴν ἅπασαν κτίσιν· πρὸς ἡμέτερον ὑπόγραμμον καὶ τοῦτο ποιῶν, ἵνα μὴ τοὺς ἐν ἀκμῇ τῶν θρήνων ὄντας ἐλέγχωμεν· συγκαταβαίνει δὲ μᾶλλον, τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ἀπογυμνῶν, δακρύει δὲ καὶ συγχεῖται, ἰδὼν αὐτὴν κλαίουσαν καὶ τοὺς συνελθόντας αὐτῇ Ἰουδαίους κλαίοντας. <Ὁ οὖν Ἰησοῦς ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν καὶ τοὺς συνεληλυθότας αὐτῇ Ἰουδαίους κλαίοντας, ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι καὶ ἐτάραξεν ἑαυτὸν καὶ εἶπε Ποῦ τεθείκατε αὐτόν;> Ἐπειδὴ δὲ οὐ Θεὸς κατὰ φύσιν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἄνθρωπος ἦν ὁ Χριστὸς, πάσχει μετὰ τῶν ἄλλων τὸ ἀνθρώπινον· ἀρχομένης δέ πως ἐν αὐτῷ κινεῖσθαι τῆς λύπης, καὶ νευούσης ἤδη πρὸς τὸ δάκρυον τῆς ἁγίας σαρκὸς, οὐκ ἀφίησιν αὐτὴν τοῦτο παθεῖν ἐκλύτως, καθάπερ ἔθος ἡμῖν. ἐμβριμᾶται δὲ τῷ πνεύματι, τουτέστι τῇ δυνάμει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπιπλήττει τρόπον τινὰ τῇ ἰδίᾳ σαρκί· ἡ δὲ, τὸ τῆς ἑνωθείσης αὐτῇ θεότητος οὐκ ἐνεγκοῦσα κίνημα, τρέμει τε καὶ θορύβου πλάττεται σχῆμα. τοῦτο γὰρ οἶμαι σημαίνειν τό Ἐτάραξεν ἑαυτόν· πῶς γὰρ ἂν ἑτέρως ὑπομείνῃ θόρυβον; ταραχθήσεται γεμὴν κατὰ τίνα τρόπον ἡ ἀθόλωτος ἀεὶ καὶ γαληνιῶσα φύσις; ἐπιτιμᾶται τοίνυν ἡ σὰρξ διὰ τοῦ πνεύματος, τὰ ὑπὲρ φύσιν ἰδίαν διδασκομένη φρονεῖν.
Μετάφραση
Βέβαια, δεν ελέγχει τη Μαρία, που ήταν μεθυσμένη από τη λύπη, όταν είπε το «Αν ήσουν εδώ», σε Εκείνον που πληροί ολόκληρη την κτίση. Αυτό το κάνει για δικό μας υπόδειγμα, ώστε να μην ελέγχουμε αυτούς που βρίσκονται στην ακμή των θρήνων τους. Απεναντίας, συγκαταβαίνει, απογυμνώνοντας την ανθρώπινη φύση, και δακρύζει και συγχύζεται, βλέποντάς την να κλαίει και τους Ιουδαίους που την ακολούθησαν να κλαίνε. <Ο Ιησούς, λοιπόν, όταν την είδε να κλαίει και τους Ιουδαίους που είχαν έλθει μαζί της να κλαίνε, εμβριμήθηκε στο πνεύμα και τάραξε τον εαυτό Του και είπε: Πού τον έχετε θέσει;> Επειδή, όμως, ο Χριστός δεν ήταν μόνο Θεός κατά φύση, αλλά και άνθρωπος, συμπάσχει με τους άλλους το ανθρώπινο. Και καθώς άρχιζε κατά κάποιον τρόπο να κινείται μέσα Του η λύπη, και η αγία σάρκα να ρέπει ήδη προς το δάκρυ, δεν την αφήνει να το πάθει αυτό ανεξέλεγκτα, όπως συνηθίζεται σε εμάς. Αλλά εμβριμάται στο πνεύμα, δηλαδή με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος επιπλήττει κατά κάποιον τρόπο τη δική Του σάρκα. Και εκείνη, μη αντέχοντας την κίνηση της θεότητας που της είχε ενωθεί, τρέμει και λαμβάνει σχήμα ταραχής. Διότι αυτό νομίζω πως σημαίνει το «Ετάραξεν εαυτόν». Επειδή, πώς αλλιώς θα μπορούσε να υπομείνει θόρυβο; Με ποιον τρόπο, άλλωστε, θα ταραζόταν η πάντοτε αθόλωτη και γαληνιώσα φύση; Επιτιμάται, λοιπόν, η σάρκα διά του πνεύματος, διδασκόμενη να φρονεί αυτά που είναι υπέρ τη δική της φύση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες