Τοῦ αὐτοῦ ἁγίου Ἀθανασίου ἐκ τῆς πρὸς Γερμανὸν ἐπιστολῆς, ἧς ἡ ἀρχή· ἐντυχὼν τοῖς νῦν γραφεῖσιν. Πυνθάνεται ἀνθρωπίνως, ποῦ Λάζαρος κεῖται, —ἄνθρωπος γὰρ ἦν— ἐγείρει δὲ τοῦτον θεϊκῶς—ἦν γὰρ καὶ θεός. ὅθεν μὴ γελάτω τις λέγων παιδίον καὶ ἡλικίαν ὀνομάζων καὶ αὔξησιν καὶ τὸ φαγεῖν καὶ τὸ πιεῖν καὶ τὸ παθεῖν, ἵνα μὴ τὰ ἴδια τοῦ σώματος ἀρνούμενος, ἀρνήσηται τέλεον καὶ τὴν δι᾽ ἡμᾶς οἰκονομίαν αὐτοῦ. καὶ γὰρ ὥσπερ οὐκ ἀκολουθίᾳ φύσεως ἄνθρωπος γεγέννηται, οὕτως ἀκόλουθον ἦν σῶμα ἀναλαβόντα αὐτὸν δεικνύναι τὰ ἴδια τοῦ σώματος, ἵνα μὴ ἡ φαντασία τοῦ ἀθέου Μανιχαίου κρατήσῃ.
Μετάφραση
Του ιδίου αγίου Αθανασίου από την επιστολή προς τον Γερμανό, της οποίας η αρχή είναι: «Αφού ανέγνωσα αυτά που γράφτηκαν τώρα». Ερωτά ανθρωπίνως πού κείτεται ο Λάζαρος —διότι ήταν άνθρωπος— τον ανασταίνει όμως θεϊκώς —διότι ήταν και Θεός. Γι' αυτό, ας μη γελά κανείς αναφέροντας ότι υπήρξε παιδί και κάνοντας λόγο για ηλικία, για σωματική αύξηση, για το ότι έφαγε, ήπιε και έπαθε, για να μην καταλήξει, αρνούμενος τα ιδιώματα του σώματος, να αρνηθεί ολοκληρωτικά και τη θεία οικονομία Του για εμάς. Διότι, όπως ακριβώς γεννήθηκε ως άνθρωπος όχι σύμφωνα με τη φυσική ακολουθία, έτσι ήταν φυσικό επακόλουθο, εφόσον προσέλαβε σώμα, να φανερώνει τα ιδιώματα του σώματος, ώστε να μην επικρατήσει η φαντασία του άθεου Μανιχαίου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες