τὸ δὲ τοιοῦτον ἐπιχείρημα οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν ἢ γνώρισμα μὲν ἄντικρυς τῆς ἀλογίας αὐτῶν, μίμησις δὲ καθὰ προεῖπον τῆς ἰουδαικῆς κακοηθείας. καὶ γὰρ ἐλεγχόμενοι κἀκεῖνοι παρὰ τῆς ἀληθείας καὶ μὴ δυνάμενοι πρὸς αὐτὴν ἀντιβλέπειν ἐπροφασίζοντο λέγοντες· «τί ποιεῖς σὺ σημεῖον, ἵνα ἴδωμεν καὶ πιστεύσωμέν σοι; τί ἐργάζῃ;» καίτοι σημείων τοσούτων γενομένων, ὥστε λέγειν καὶ αὐτούς· «τί ποιοῦμεν, ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος πολλὰ ποιεῖ σημεῖα;» νεκροὶ γὰρ ἠγείροντο, χωλοὶ περιεπάτουν, τυφλοὶ ἀνέβλεπον, λεπροὶ ἐκαθαρίζοντο, καὶ τὸ ὕδωρ οἶνος ἐγίνετο, καὶ ἀπὸ πέντε ἄρτων ἐκορέσθησαν πεντακισχίλιοι. καὶ οἱ μὲν πάντες ἐθαύμαζον καὶ προσεκύνουν τὸν κύριον, ὁμολογοῦντες ἐν αὐτῷ πληροῦσθαι τὰς προφητείας καὶ αὐτὸν εἶναι θεὸν τοῦ θεοῦ τὸν υἱόν· μόνοι δὲ οἱ Φαρισαῖοι, εἰ καὶ λαμπρότερα ἡλίου φαινόμενα ἦν τὰ σημεῖα, ὅμως πάλιν ἐγόγγυζον ὡς ἀμαθεῖς καὶ ἔλεγον· «διατί σὺ ἄνθρωπος ὢν ποιεῖς σεαυτὸν θεόν;» ἄφρονες καὶ τῷ ὄντι τυφλοὶ τὴν διάνοιαν. δέον τὸ ἔμπαλιν αὐτοὺς λέγειν· διατί σὺ θεὸς ὢν ἄνθρωπος γέγονας; τὰ γὰρ ἔργα θεὸν αὐτὸν ἐδείκνυεν, ἵνα τὴν μὲν ἀγαθότητα τοῦ πατρὸς προσκυνήσωσι, τὴν δὲ δι᾽ ἡμᾶς αὐτοῦ οἰκονομίαν θαυμάσωσι. τοῦτο μὲν οὔτε ἔλεγον, ἀλλ᾽ οὔτε τὰ γινόμενα βλέπειν ἐβούλοντο.
Μετάφραση
Ένα τέτοιο επιχείρημα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ξεκάθαρο γνώρισμα της ανορθολογικότητάς τους και μίμηση, όπως προείπα, της ιουδαϊκής κακοήθειας. Διότι, όταν και εκείνοι ελέγχονταν από την αλήθεια και δεν μπορούσαν να την αντικρίσουν, προφασίζονταν λέγοντας: «Τι σημείο κάνεις εσύ, για να δούμε και να σε πιστέψουμε; Τι έργο κάνεις;». Και τούτο, παρόλο που είχαν γίνει τόσα θαυμαστά σημεία, ώστε και οι ίδιοι να λένε: «Τι κάνουμε, διότι αυτός ο άνθρωπος κάνει πολλά σημεία;». Διότι νεκροί ανασταίνονταν, χωλοί περπατούσαν, τυφλοί ανέβλεπαν, λεπροί καθαρίζονταν, το νερό γινόταν κρασί και από πέντε άρτους χόρτασαν πέντε χιλιάδες. Και όλοι μεν θαύμαζαν και προσκυνούσαν τον Κύριο, ομολογώντας ότι στο πρόσωπό του εκπληρώνονται οι προφητείες και ότι αυτός είναι Θεός, ο Υιός του Θεού. Μόνον οι Φαρισαίοι, αν και τα σημεία ήταν ορατά και πιο λαμπρά και από τον ήλιο, ωστόσο πάλι γόγγυζαν σαν αμαθείς και έλεγαν: «Γιατί εσύ, ενώ είσαι άνθρωπος, κάνεις τον εαυτό σου Θεό;». Άφρονες και πραγματικά τυφλοί στη διάνοια. Ενώ θα έπρεπε να λένε το αντίθετο: «Γιατί εσύ, ενώ είσαι Θεός, έγινες άνθρωπος;». Διότι τα έργα αποδείκνυαν ότι αυτός είναι Θεός, ώστε αφενός να προσκυνήσουν την αγαθότητα του Πατρός και αφετέρου να θαυμάσουν τη θεία οικονομία Του για εμάς. Αυτοί όμως ούτε αυτό έλεγαν, αλλά ούτε ήθελαν να βλέπουν τα όσα συνέβαιναν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες