Ὅτι γὰρ ἐν ἀνθρωπείᾳ μορφῇ πεφηνότι τῷ Λόγῳ καὶ ἑνωθέντι σαρκὶ τὰ τοιαῦτά φησιν ὁ θεσπέσιος μελῳδὸς ἐκδείξειεν ἂν εὐκόλως τὰ ἐφεξῆς· ἔφη γὰρ ὅτι “ἐκ στόματος ”νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον.” ἐπειδὴ γὰρ τὸν Λάζαρον ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, τεθαύμασται μὲν παρὰ πάντων, “εὑρὼν δὲ ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ᾽ αὐτῷ,” ὅτε καὶ παῖδες λαβόντες “τὰ βαΐα τῶν φοινίκων” ταῖς καθηκούσαις αὐτὸν καταγεραίροντες εὐφημίαις ἔφασκον “Ὡσαννὰ τῷ υἱῷ ”Δαυεὶδ, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.” ἐπιτιμώντων δὲ αὐτοῖς τῶν ἄλλων, ἔφασκεν ὁ Χριστός “Οὐκ ”ἀνέγνωτε ὅτι ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρ- “τίσω αἶνον;” ἐνηνθρωπηκότα δὴ οὖν τὸν Υἱὸν μονονουχὶ καὶ ἐποχούμενον τῷ πώλῳ βλέπων κατατέθηπεν εἰκότως ἐκεῖνο διενθυμούμενος ὅτι πρὸς τοσοῦτο σμικροπρεπείας ἑαυτὸν ὁρᾶται καθεὶς καίτοι κατὰ φύσιν ὑπάρχων Θεὸς, εἶτα τοῦ κεκενῶσθαι τὴν ἀφορμὴν οὐχ ἑτέραν ὁρῶν ὁ μακάριος Δαυεὶδ, πλὴν ὅτι μόνους ἡμᾶς οὓς ἦν ἀναγκαῖον καὶ φθορᾶς ἐξελέσθαι καὶ ἁμαρτίας καὶ τυραννικῶν ἁρπάσαι χειρῶν, τῶν τοῦ διαβόλου φημὶ, τοῦ παντὸς ἀξιοῖ θαύματος τῆς μετὰ σαρκὸς οἰκονομίας τὸ μυστήριον. ταύτῃτοί φησι “Κύριε ”τί ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ ἢ υἱὸς ἀνθρώπου “ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν;” τίς γὰρ ἡ ἀνθρώπου φύσις ὡς πρὸς Θεόν; καὶ τί τοῦτο λέγω; τί τὸ γένος τὸ ἀνθρώπινον;
Μετάφραση
Διότι το ότι ο θεσπέσιος μελωδός αναφέρει αυτά τα λόγια για τον Λόγο που φανερώθηκε με ανθρώπινη μορφή και ενώθηκε με τη σάρκα, θα μπορούσαν εύκολα να το αποδείξουν τα όσα ακολουθούν· διότι είπε: «από στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατήρτισες αίνον». Επειδή, λοιπόν, όταν ανέστησε τον Λάζαρο από τους νεκρούς, θαυμάστηκε από όλους, «και βρίσκοντας ένα ονάριο κάθισε πάνω σε αυτό», τότε και τα παιδιά, παίρνοντας «τα βαΐα των φοινίκων», τον τιμούσαν με τις πρέπουσες επευφημίες και έλεγαν: «Ωσαννά στον υιό του Δαβίδ, ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου». Και όταν οι άλλοι τους επιτιμούσαν, ο Χριστός έλεγε: «Δεν διαβάσατε ότι από στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατήρτισες αίνον;» Βλέποντας, λοιπόν, τον Υιό να έχει ενανθρωπήσει, και σχεδόν να επιβαίνει στον πώλο, δικαιολογημένα εκπλήσσεται, αναλογιζόμενος ότι φαίνεται να έχει καταβιβάσει τον εαυτό του σε τόση ταπείνωση, καίτοι κατά φύση υπάρχει Θεός· έπειτα, μη βλέποντας ο μακάριος Δαβίδ άλλη αφορμή για αυτήν την κένωση, παρά μόνο εμάς, τους οποίους ήταν αναγκαίο να ελευθερώσει και από τη φθορά και από την αμαρτία και να μας αρπάξει από τα τυραννικά χέρια, εννοώ του διαβόλου, θεωρεί άξιο κάθε θαυμασμού το μυστήριο της ένσαρκης οικονομίας. Για τον λόγο αυτό λέει: «Κύριε, τι είναι ο άνθρωπος ώστε να τον θυμάσαι, ή ο υιός του ανθρώπου ώστε να τον επισκέπτεσαι;» Διότι, τι είναι η φύση του ανθρώπου σε σύγκριση με τον Θεό; Και γιατί το λέω αυτό; Τι είναι το ανθρώπινο γένος;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες