Ἔδει δὲ τὸ τῆς σαρκὸς θέλημα κινηθῆναι, ὑποταγῆναι δὲ τῷ θελήματι τῷ θεϊκῷ. Καὶ οὕτως αἱ τῶν ἀνθρώπων παρακοαὶ λύονται διὰ τῆς παραδόξου ταύτης ὑπακοῆς, ἣν Χριστὸς ὑπήκουσεν ὑπὲρ ἡμῶν. Ὅρα δὴ, τοῦ κινήματος τοῦ σαρκικοῦ γενομένου, τί φησι· Καὶ τί εἴπω; Πάτερ, σῶσόν με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην. Πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα. Τὸ, Τί εἴπω; Πάτερ, σῶσόν με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης, ἐφθέγξατο κατὰ τὴν κίνησιν τῆς σαρκός· τὸ, διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην, θεότητος ὑπερνικώσης φθέγγεται, σχεδόν τοι μηδὲ φανῆναι τῷ σαρκικῷ θελήματι συγχωροῦντος τοῦ θεϊκοῦ. Τὸ γὰρ, Τί εἴπω; ὥσπερ ἐγκόπτοντός ἐστι ῥῆμα, ὡς φανῆναι μὲν ἡμῖν, ὅτι καὶ σὰρξ ἀληθὴς, ὑποταττομένη δὲ, καὶ οὐ δυναμένη περισπᾶσαι, καθάπερ ἵππος τὸν ἐπιβάτην, οὐδὲ ὅσον ὀκλάσαι τὴν χεῖρα τὴν ἡνιοχοῦσαν.
Μετάφραση
Έπρεπε, λοιπόν, το θέλημα της σαρκός να κινηθεί, να υποταχθεί όμως στο θεϊκό θέλημα. Και έτσι οι παρακοές των ανθρώπων λύνονται διά μέσου αυτής της παράδοξης υπακοής, την οποία ο Χριστός επέδειξε υπέρ ημών. Δες, λοιπόν, όταν εκδηλώθηκε η σαρκική κίνηση, τι λέει: «Και τι να πω; Πατέρα, σώσε με από την ώρα τούτη. Αλλά γι' αυτό ήλθα στην ώρα τούτη. Πατέρα, δόξασέ σου το όνομα». Το «Τι να πω; Πατέρα, σώσε με από την ώρα τούτη», το πρόφερε σύμφωνα με την κίνηση της σαρκός· το «δι' αυτό ήλθα στην ώρα τούτη», το προφέρει ενώ υπερνικά η θεότητα, καθώς το θεϊκό θέλημα δεν επιτρέπει σχεδόν ούτε καν να φανεί το σαρκικό. Διότι το «Τι να πω;» είναι ωσάν λόγος εκείνου που ανακόπτει την ορμή του, ώστε αφενός μεν να φανεί σε εμάς ότι η σάρκα είναι αληθινή, αφετέρου δε ότι υποτάσσεται, και δεν μπορεί να παρασύρει, όπως ακριβώς το άλογο τον αναβάτη, ούτε καν τόσο ώστε να χαλαρώσει το χέρι που κρατά τα ηνία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες