ἄλλως τε καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς οὐκ ἔφη αὐτὴν φωνὴν εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, ἀλλ᾽ οὐδὲ τῆς παρ᾽ ἑτέρου δεόμενον ἑρμηνείας πρὸς τὸ δύνασθαι μαθεῖν τὴν τοῦ Πατρὸς βούλησιν ἑαυτὸν ἐπιδεικνύει λέγων “Οὐ δι᾽ ἐμὲ ἡ φωνὴ αὕτη γέγονεν, ἀλλὰ δι᾽ ὑμᾶς·” χρῆν δέ γε, ὦ βέλτιστοι, μᾶλλον εἰπεῖν, εἴ γε καλῶς τὰ τοιαῦτα περὶ αὐτοῦ δοξάζετε Ἠκούσατε μετ᾽ ἐμοῦ τῆς φωνῆς τοῦ Πατρός· νυνὶ δὲ εἰς πᾶν τοὐναντίον περιτρέψας τὸ δηλούμενον, οὔτε φωνῆς ἑαυτὸν δεδεῆσθαι προσομολογεῖ, γεγενῆσθαι δὲ μᾶλλον αὐτὴν δι᾽ ἐκείνους διισχυρίζεται, οὐκ ἐκπεφωνῆσθαι παρὰ τοῦ Πατρὸς, ἀλλὰ γενέσθαι καὶ δι᾽ ἐκείνους. καὶ εἰ πάντα δι᾽ αὐτοῦ ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ ἐργάζεται, δι᾽ αὐτοῦ δὴ πάντως καὶ τοῦτο, μᾶλλον δὲ αὐτὸς ἦν ἡ φωνὴ, οὐχ ἑαυτῷ τὴν τοῦ γεννήσαντος ἑρμηνεύων διάθεσιν· ᾔδει γὰρ ὡς Υἱός· ἀλλὰ ταῖς τῶν περιεστώτων ἀκοαῖς, ἵνα πιστεύσωσιν. Ἄλλο. Εἰ λόγου τινὸς ἐμφύτου δεδεῆσθαί φασι τὸν Υἱὸν, ἵνα διδάσκηται παρ᾽ αὐτοῦ τὴν βούλησιν τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός· ποῖ ποτε ἄρα χωρήσει λέγων ὁ Παῦλος “Χριστὸς ”Θεοῦ δύναμις καὶ Θεοῦ σοφία;” πῶς γάρ ἐστι σοφία τοῦ Πατρὸς ὁ Υἱὸς, εἰ σοφίας ὑπάρχων ἐπιδεὴς τὸ τέλειον παρ᾽ ἑτέρου κομίζεται, διὰ τοῦ μανθάνειν ἅπερ οὐκ οἶδε δηλαδή; ἢ πῶς οὐκ ἀνάγκη λέγειν, οὐκ εἶναι τελείαν ἐν τῷ Πατρὶ τὴν σοφίαν αὐτοῦ;
Μετάφραση
Εξάλλου και ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός δεν είπε ότι αυτή ήταν φωνή του Θεού και Πατέρα, αλλά ούτε παρουσιάζει τον εαυτό του να έχει ανάγκη ερμηνείας από άλλον για να μπορέσει να μάθει το θέλημα του Πατέρα, λέγοντας: «Αυτή η φωνή δεν έγινε για εμένα, αλλά για εσάς». Έπρεπε λοιπόν, άριστοι, μάλλον να πει, αν βέβαια ορθά δοξάζετε τέτοια πράγματα για αυτόν: «Ακούσατε μαζί με εμένα τη φωνή του Πατέρα». Τώρα όμως, στρέφοντας το νόημα στο εντελώς αντίθετο, ομολογεί ότι ούτε ο ίδιος είχε ανάγκη φωνής, αλλά αντίθετα διαβεβαιώνει ότι αυτή έγινε για εκείνους, ότι δεν εκφωνήθηκε από τον Πατέρα, αλλά δημιουργήθηκε, και μάλιστα για εκείνους. Και αν ο Θεός και Πατέρας εργάζεται τα πάντα μέσω αυτού, οπωσδήποτε και αυτό το έκανε μέσω αυτού, μάλλον δε, ο ίδιος ήταν η φωνή, ο οποίος δεν ερμήνευε στον εαυτό του τη διάθεση του γεννήσαντος Πατέρα, διότι την γνώριζε ως Υιός, αλλά προς τις ακοές των παρισταμένων, για να πιστέψουν. Άλλο επιχείρημα. Αν λένε ότι ο Υιός είχε ανάγκη από κάποιον έμφυτο λόγο, για να διδάσκεται από αυτόν το θέλημα του Θεού και Πατέρα, πού άραγε θα χωρέσει αυτό που λέει ο Παύλος, «Χριστός, Θεού δύναμη και Θεού σοφία»; Διότι πώς είναι ο Υιός σοφία του Πατέρα, αν, έχοντας ο ίδιος έλλειψη σοφίας, λαμβάνει την τελειότητα από άλλον, μαθαίνοντας δηλαδή αυτά που δεν γνωρίζει; Ή πώς δεν υπάρχει ανάγκη να πούμε ότι δεν είναι τέλεια μέσα στον Πατέρα η σοφία του;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες