Ἐρωτώμενοι παρ’ ἡμῶν πᾶσαν εὐαγγελικὴν καὶ ἀποστολικὴν καὶ προφητικὴν καὶ μωσαϊκὴν πτωχοπρεπῆ φωνὴν ἁρμόζουσαν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει τοῦ Χριστοῦ, οἷον τὸ Προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει κύριος, καὶ τὸ Ἐγενήθην ὡσεὶ ἄνθρωπος ἀβοήθητος, καὶ τὸ Ἰδοὺ συνήσει ὁ παῖς μου, καὶ τὸ Ἄνθρωπός ἐστι, καὶ τίς γνώσεται αὐτόν; καὶ πάλιν τὰς εὐαγγελικὰς φωνάς, οἷον τὸ Ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι, καὶ τὸ Οὐ δύναμαι ἀπ’ ἐμαυτοῦ ποιεῖν οὐδέν, καὶ τὸ Ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε, καὶ <τὸ> Τί με ζητεῖτε ἀποκτεῖναι, ἄνθρωπον, ὃς τὴν ἀλήθειαν εἶπον ὑμῖν; καὶ <τὸ> Λάζαρος ἀπέθανε, καὶ χαίρω, ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ, καὶ τὸ ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου λεγόμενον, ὅτι Ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε, καὶ τὸ Ἰησοῦς ὁ παῖς προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ ὑπετάσσετο τοῖς γονεῦσι, καὶ τὸ Ὁ θεὸς καὶ τὸν κύριον ἤγειρε, καὶ τὸ Ἐδόξασε τὸν παῖδα αὐτοῦ Ἰησοῦν, τουτέστι τὸν δοῦλον αὐτοῦ, καί, ὅπως συντόμως εἴπω, οἱονδήποτε ῥῆμα πτωχοπρεπὲς Χριστοῦ ἐκ θείας γραφῆς, ἐρωτήσωμεν αὐτούς, ὅτι κατὰ ποίαν φύσιν τοῦ Χριστοῦ ταῦτα τὰ ταπεινὰ εἴρηνται; Αὐτοὶ ἀποφεύγοντες τὸ εἰπεῖν τὴν σάρκα τοῦ Χριστοῦ φύσιν λέγουσιν, ὅτι κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ ταῦτα λέγονται, κατὰ τὸ πρόσλημμα, κατὰ τὸ ὁρώμενον, κατὰ τὸ σῶμα, κατὰ τὴν σάρκα· καὶ ἁπλῶς μυρίας ἄλλας προσηγορίας ὀνομάζουσι τὴν ἀνθρωπότητα αὐτοῦ, φύσιν δὲ οὐδαμῶς αὐτὴν λέγειν ἀνέχονται. Εἶτα ἐρωτῶμεν αὐτούς, ὅτι «Τίνος χάριν παραιτεῖσθε τὸ ὀνομάσαι φύσιν τὴν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ;» Καὶ ἀποκρίνονται λέγοντες, ὅτι «Ἐὰν εἴπωμεν αὐτὴν φύσιν, ἐξ ἀνάγκης πάσης λέγομεν αὐτὴν καὶ πρόσωπον καὶ εὑρισκόμεθα δύο πρόσωπα ὁμολογοῦντες ὥσπερ ὁ Νεστόριος. Οὐκ ἔστι γὰρ φύσις ἀπρόσωπος.»
Μετάφραση
Όταν τους ρωτούμε για κάθε ευαγγελική και αποστολική και προφητική και μωσαϊκή πτωχοπρεπή φωνή, που αρμόζει στην ανθρώπινη φύση του Χριστού, όπως το «Προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος», και το «Ἐγενήθην ὡσεὶ ἄνθρωπος ἀβοήθητος», και το «Ἰδοὺ συνήσει ὁ παῖς μου», και το «Ἄνθρωπός ἐστι, καὶ τίς γνώσεται αὐτόν;», και πάλι τις ευαγγελικές φωνές, όπως το «Ὁ Πατήρ μου μείζων μού ἐστι», και το «Οὐ δύναμαι ἀπ’ ἐμαυτοῦ ποιεῖν οὐδέν», και το «Ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε», και το «Τί με ζητεῖτε ἀποκτεῖναι, ἄνθρωπον, ὃς τὴν ἀλήθειαν εἶπον ὑμῖν;», και το «Λάζαρος ἀπέθανε, καὶ χαίρω, ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ», και ό,τι λέγεται από τον άγγελο, ότι «Ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε», και το «Ἰησοῦς ὁ παῖς προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ ὑπετάσσετο τοῖς γονεῦσι», και το «Ὁ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε», και το «Ἐδόξασε τὸν παῖδα αὐτοῦ Ἰησοῦν», δηλαδή τον δούλο του, και, για να το πω σύντομα, οποιοδήποτε πτωχοπρεπές ρήμα του Χριστού από τη θεία Γραφή, τους ρωτούμε: κατά ποια φύση του Χριστού έχουν ειπωθεί αυτά τα ταπεινά λόγια; Εκείνοι, αποφεύγοντας να πουν ότι η σάρκα του Χριστού είναι φύση, λέγουν ότι αυτά λέγονται κατά την ανθρωπότητα του Χριστού, κατά το πρόσλημμα, κατά το ορατό, κατά το σώμα, κατά τη σάρκα· και γενικά ονομάζουν με μυριάδες άλλες προσηγορίες την ανθρωπότητά του, αλλά να την πουν φύση δεν ανέχονται καθόλου. Έπειτα τους ρωτούμε: «Για ποιο λόγο αποφεύγετε να ονομάσετε φύση την ανθρωπότητα του Χριστού;» Και αποκρίνονται λέγοντας ότι, «αν την πούμε φύση, τότε από κάθε ανάγκη την λέμε και πρόσωπο, και έτσι βρισκόμαστε να ομολογούμε δύο πρόσωπα, όπως ο Νεστόριος. Διότι δεν υπάρχει απρόσωπη φύση.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- καʹ Ἕτερον κεφάλαιον σύντομον, ἐν ᾧ ἀπόδειξις, ὅτι οὐ δεῖ ἀλληνάλλως μεταλλάττειν τὰ δόγματα