Κεφάλ. Αʹ. ΙΩΑΝΝΗΣ. Καὶ ἤρξατο νίπτειν τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν, καὶ ἐκμάσσειν τῷ λεντίῳ, ᾧ ἦν διεζωσμένος. Ἔρχεται οὖν πρὸς Σίμωνα Πέτρον, καὶ λέγει αὐτῷ ἐκεῖνος· Κύριε, σύ μου νίπτεις τοὺς πόδας; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὃ ἐγὼ ποιῶ, σὺ οὐκ οἶδας ἄρτι, γνώσῃ δὲ μετὰ ταῦτα. Λέγει αὐτῷ Πέτρος· Οὐ μὴ νίψεις τοὺς πόδας μου εἰς τὸν αἰῶνα. Ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐὰν μὴ νίψω σε, οὐκ ἔχεις μέρος μετ᾽ ἐμοῦ.
Μετάφραση
Κεφάλαιο Αʹ. ΙΩΑΝΝΗΣ. Και άρχισε να πλένει τα πόδια των μαθητών και να τα σκουπίζει με το λέντιο με το οποίο ήταν ζωσμένος. Έρχεται, λοιπόν, στον Σίμωνα Πέτρο, και του λέγει εκείνος: Κύριε, εσύ μου πλένεις τα πόδια; Αποκρίθηκε ο Ιησούς και του είπε: Αυτό που εγώ κάνω, εσύ δεν το κατανοείς τώρα, θα το κατανοήσεις όμως αργότερα. Του λέγει ο Πέτρος: Ποτέ δεν θα μου πλύνεις τα πόδια εις τον αιώνα. Του αποκρίθηκε ο Ιησούς: Εάν δεν σε πλύνω, δεν έχεις μέρος μαζί μου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες