διὰ τοῦτο καὶ ὁ σοφώτατος Παῦλος τοὺς ἀρνησαμένους ἐκ φρενοβλαβείας τὸ ἐν Χριστῷ πολιτεύεσθαι, παλινδρομοῦντας δὲ πρὸς τὰς ἐκ νόμου σκιὰς, ἀπηλλοτριῶσθαί φησιν ἀπὸ Χριστοῦ καὶ τῆς χάριτος ἐκπεσεῖν, διὰ τοῦ δικαιοῦσθαι φιλεῖν ἐκ νόμου. ὅνπερ γὰρ τρόπον ὁ τῆς τετριμμένης τε καὶ εὐθείας ἐκπίπτων ὁδοῦ, τὰ ἐκ τοῦ πλανᾶσθαι πάντως ὑποστήσεται βλάβη· οὕτως, οἶμαι, καὶ οὐχ ἑτέρως οἱ τὴν ἐν Χριστῷ δικαιοσύνην παρωσάμενοι, καὶ τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας τὴν παίδευσιν ἐν τῷ μηδενὶ τεθεικότες, τὴν ἄνω πόλιν οὐκ ὄψονται, ἀλλ᾽ οὐδὲ τοῖς ἁγίοις συνδιαιτήσονται. ὁδὸς γὰρ ἡ πρὸς τοῦτο κομίζουσα, μόνος ἐστὶν ὁ Χριστός. <Λέγει αὐτῷ Θωμᾶς Οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις, καὶ πῶς οἴδαμεν τὴν ὁδόν; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα, εἰ μὴ δι᾽ ἐμοῦ.> Οὔπω διαῤῥήδην εἰπεῖν ἐθελήσαντι τῷ Χριστῷ τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς, ὅτι βαδιεῖται πρὸς τὴν ἄνω, καὶ ἀποδημήσει πρὸς τὸν Πατέρα, αἰνιγματωδῶς γεμὴν ἔτι καὶ διὰ πολλῶν ἐμφάσεων τὸ πρᾶγμα σημαίνοντι, προσεκόμισε τὴν πεῦσιν ὁ μαθητής· Θωμᾶς δὲ ἦν οὗτος· καὶ συναναπλέκει τινὰ λογισμὸν, μονονουχὶ καὶ οὐχ ἑκόντα λέγειν ἐκβιαζόμενος, καὶ ὅποι ποτὲ πορεύσεται, καὶ οὗ τῆς ἀποδημίας ἡ ὁδὸς συντείνεται. οὐ γὰρ ἴσμεν, ἔφη, ποῦ ὑπάγεις, εἶτα πῶς ἂν εἰδείημεν τὴν ὁδόν;
Μετάφραση
Γι' αυτό και ο σοφότατος Παύλος λέει ότι αυτοί που από παραφροσύνη αρνήθηκαν την εν Χριστώ πολιτεία, και επιστρέφουν στις σκιές του νόμου, έχουν αποξενωθεί από τον Χριστό και έχουν εκπέσει από τη χάρη, επειδή επιθυμούν να δικαιωθούν από τον νόμο. Διότι, όπως ακριβώς αυτός που παρεκκλίνει από την πατημένη και ευθεία οδό, θα υποστεί οπωσδήποτε τη βλάβη της πλάνης, έτσι, νομίζω, και όχι διαφορετικά, εκείνοι που απέρριψαν την εν Χριστώ δικαιοσύνη και θεώρησαν ως μηδέν την παιδεία της ευαγγελικής πολιτείας, δεν θα δουν την άνω πόλη, ούτε θα συγκατοικήσουν με τους αγίους. Διότι η οδός που οδηγεί σε αυτήν, είναι μόνον ο Χριστός. <Λέει σε αυτόν ο Θωμάς: Δεν ξέρουμε πού πηγαίνεις, και πώς ξέρουμε την οδό; Λέει σε αυτόν ο Ιησούς: Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή· κανείς δεν έρχεται προς τον Πατέρα, παρά μόνο μέσω εμού.> Καθώς ο Χριστός δεν είχε θελήσει ακόμη να πει ρητώς στους μαθητές Του ότι θα πορευθεί προς τα άνω και θα αναχωρήσει προς τον Πατέρα, αλλά υποδείκνυε το πράγμα αινιγματικά και με πολλές εμφάσεις, ο μαθητής απηύθυνε την ερώτηση. Και αυτός ήταν ο Θωμάς. Και συμπλέκει κάποιον συλλογισμό, αναγκάζοντάς Τον σχεδόν να πει, έστω και παρά τη θέλησή Του, πού τελικά πορεύεται, και πού καταλήγει η οδός της αναχωρήσεώς Του. Διότι δεν ξέρουμε, είπε, πού πηγαίνεις, πώς λοιπόν θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε την οδό;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες