Θεὸν» γὰρ «οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενὴς Υἱὸς, ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρὸς, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο,» καὶ παραγεγονὼς αὐτὸς φθέγγεται τῇ ἁγίᾳ φωνῇ, παρέχων τὴν ἑαυτοῦ θεωρίαν, καὶ διὰ ταύτης τὴν τοῦ Πατρὸς ἐπίγνωσιν ὑποτιθέμενος· «Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ, ἑώρακε τὸν Πατέρα,» οὐχ ἑαυτὸν εἶναι τὸν Πατέρα φάσκων, πῶς γὰρ, τὸν ἀόρατον; ἀλλὰ τοιοῦτον οἷον τὸν Πατέρα· προειρήκει γάρ· «Εἰ ἐγνώκειτέ με, καὶ τὸν Πατέρα μου ἂν ᾔδειτε,» τὴν δυάδα τῶν προσώπων ἄντικρυς ἡμῖν ἐξηγούμενος, ἀπαραλλάκτῳ γνωριζομένην θεότητι.
Μετάφραση
Διότι «τον Θεό κανείς δεν τον έχει δει ποτέ· ο μονογενής Υιός, ο οποίος βρίσκεται στους κόλπους του Πατρός, εκείνος τον φανέρωσε», και, αφού ήλθε, ο ίδιος ομιλεί με την αγία του φωνή, προσφέροντας τη θέαση του εαυτού του, και μέσω αυτής θέτοντας τη βάση για την επίγνωση του Πατρός: «Εκείνος που έχει δει εμένα, έχει δει τον Πατέρα», χωρίς να ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι ο Πατέρας —διότι πώς θα μπορούσε, αφού Εκείνος είναι αόρατος;— αλλά ότι είναι τέτοιος όπως ακριβώς ο Πατέρας. Είχε πει, άλλωστε, προηγουμένως: «Αν γνωρίζατε εμένα, θα γνωρίζατε και τον Πατέρα μου», εξηγώντας μας ξεκάθαρα τη δυάδα των προσώπων, η οποία αναγνωρίζεται με απαράλλαχτη θεότητα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες