Περὶ γὰρ τῆς κτίσεως μνημονεύων, ἀκολούθως γράφει καὶ περὶ τῆς ἐν τῇ κτίσει τοῦ δημιουργοῦ δυνάμεως, ἥτις ἐστὶν ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, δι᾽ οὗ καὶ τὰ πάντα γέγονεν. Εἰ μὲν οὖν αὐτάρκης ἐστὶν ἡ κτίσις ἀφ᾽ ἑαυτῆς μόνης χωρὶς Υἱοῦ γνωρίσαι τὸν Θεὸν, σκοπεῖτε μὴ πέσητε, νομίζοντες καὶ χωρὶς Υἱοῦ τὴν κτίσιν γεγονέναι· εἰ δὲ δι᾽ Υἱοῦ γέγονε, καὶ ἐν αὑτῷ τὰ πάντα συνέστηκεν, ἐξ ἀνάγκης ὁ τὴν κτίσιν ὀρθῶς θεωρῶν θεωρεῖ καὶ τὸν ταύτην δημιουργήσαντα Λόγον, καὶ δι᾽ αὐτοῦ τὸν Πατέρα νοεῖν ἄρχεται· εἰ δὲ καὶ κατὰ τὸν Σωτῆρα, Οὐδεὶς γινώσκει τὸν Πατέρα εἰ μὴ ὁ Υἱὸς, καὶ ᾧ ἂν ὁ Υἱὸς ἀποκαλύψῃ· τῷ τε Φιλίππῳ λέγοντι, Δεῖξον ἡμῖν τὸν Πατέρα, οὐκ ἔλεγε, βλέπε τὴν κτίσιν, ἀλλ᾽ Ὁ ἐμὲ ἑωρακὼς ἑώρακε τὸν Πατέρα· εἰκότως ὁ Παῦλος, αἰτιώμενος τοὺς Ἕλληνας, ὅτι, τὴν ἁρμονίαν καὶ τὴν τάξιν τῆς κτίσεως θεωροῦντες, οὐ διανοοῦνται περὶ τοῦ ἐν αὐτῇ δημιουργοῦ Λόγου· (τὰ γὰρ κτίσματα μηνύει τὸν ἑαυτῶν δημιουργόν·) ἵνα δι᾽ αὐτῶν καὶ τὸν ἀληθινὸν Θεὸν νοήσωσι, καὶ παύσωνται τῆς εἰς τὰ κτίσματα λατρείας, εἴρηκεν, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης, ἵνα τὸν Υἱὸν σημάνῃ. Λέγοντες δὲ οἱ ἅγιοι, Ὁ ὑπάρχων πρὸ τῶν αἰώνων, καὶ δι᾽ οὗ ἐποίησε τοὺς αἰῶνας, οὐδὲν ἧττον πάλιν τὸ ἀΐδιον εὐαγγελίζονται τοῦ Υἱοῦ καὶ τὸ αἰώνιον, ἐν ᾧ καὶ αὐτὸν τὸν Θεὸν σημαίνουσιν.
Μετάφραση
Διότι, κάνοντας μνεία περί της κτίσεως, γράφει ακολούθως και περί της δυνάμεως του δημιουργού που βρίσκεται μέσα στην κτίση, η οποία είναι ο Λόγος του Θεού, διά του οποίου δημιουργήθηκαν τα πάντα. Εάν, λοιπόν, είναι αυτάρκης η κτίση από μόνη της, χωρίς τον Υιό, στο να κάνει γνωστό τον Θεό, προσέξτε μήπως πέσετε σε πλάνη, νομίζοντας ότι η κτίση δημιουργήθηκε και χωρίς τον Υιό· εάν όμως δημιουργήθηκε διά του Υιού, και σε αυτόν τα πάντα συνιστώνται, κατ' ανάγκην αυτός που θεωρεί ορθά την κτίση θεωρεί και τον Λόγο που την δημιούργησε, και δι' αυτού αρχίζει να κατανοεί τον Πατέρα. Εάν, επίσης, σύμφωνα με τον Σωτήρα, «Κανείς δεν γνωρίζει τον Πατέρα παρά μόνον ο Υιός, και σε όποιον ο Υιός αποκαλύψει», και στον Φίλιππο που έλεγε, «Δείξε μας τον Πατέρα», δεν του έλεγε «βλέπε την κτίση», αλλά «Εκείνος που έχει δει εμένα, έχει δει τον Πατέρα»· ευλόγως ο Παύλος, κατηγορώντας τους Έλληνες ότι, θεωρώντας την αρμονία και την τάξη της κτίσεως δεν συλλογίζονται περί του δημιουργού Λόγου που βρίσκεται μέσα σε αυτήν (διότι τα κτίσματα φανερώνουν τον δημιουργό τους) προκειμένου δι' αυτών να κατανοήσουν και τον αληθινό Θεό και να παύσουν τη λατρεία προς τα κτίσματα, είπε: «τόσο η αΐδιος δύναμη αυτού όσο και η θειότης», ώστε να υποδηλώσει τον Υιό. Λέγοντας δε οι άγιοι, «Αυτός που υπάρχει προ των αιώνων, και διά του οποίου εποίησε τους αιώνες», ουδέν ήττον ευαγγελίζονται και πάλι το αΐδιο και το αιώνιο του Υιού, με το οποίο υποδηλώνουν και τον ίδιο τον Θεό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες