Τούτων ἢ οὐκ ἤκουσέ ποτε Ἄρειος ἢ ἀκούσας οὐκ ἐνόησεν ὁ ἀμαθής. οὐκ ἂν γάρ, εἴπερ ἦν νοήσας, κατεψεύδετο τοσοῦτον κατὰ τοῦ ἐπισκόπου, ἀλλὰ πάντως καὶ αὐτὸν ὡς ἡμᾶς ἐλοιδόρει διὰ τὸ πρὸς τὴν ἀλήθειαν μῖσος. χριστομάχος γὰρ ὢν οὐκ ὀκνήσει καὶ τοὺς τὰ Χριστοῦ φρονοῦντας διώκειν, ὡς αὐτὸς ὁ κύριος προείρηκεν· «εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν.» ἢ εἰ νομίζουσιν οἱ προστάται τῆς ἀσεβείας ὁμόφρονα τὸν Διονύσιον ἑαυτοῖς εἶναι, γραψάτωσαν ταῦτα καὶ ὁμολογείτωσαν· γραψάτωσαν τὴν ἄμπελον καὶ τὸν γεωργόν, τὸ σκάφος καὶ τὸν ναυπηγόν, καὶ ἅμα ὁμολογείτωσαν καὶ ἅπερ εἶπεν ἀπολογούμενος τὸ ὁμοούσιον καὶ τὸ ἐκ τῆς οὐσίας εἶναι τὸν υἱὸν καὶ τὸ ἀίδιον καὶ τὸν νοῦν πρὸς τὸν λόγον τήν τε πηγὴν καὶ τὸν ποταμὸν καὶ τὰ ἄλλα, ἵνα κἂν ἐκ τῆς διαφορᾶς γνῶσιν, πῶς ἐκεῖνα μὲν κατ᾽ οἰκονομίαν, ταῦτα δὲ ὡς ὁ τῆς εὐσεβοῦς πίστεως βούλεται λόγος εἴρηκε, καὶ λοιπὸν ταῦτα λέγοντες ἀναιρῶσιν ἅπερ κατ᾽ αὐτῶν τούτων ἐφρόνησαν. τί γὰρ κἂν ἐγγὺς ἔχει τῶν Ἀρείου κακῶν ἡ Διονυσίου πίστις; οὐχ ὁ μὲν Ἄρειος κατ᾽ ἐπίνοιαν λέγει τὸν λόγον, ὁ δὲ Διονύσιος ἀληθινὸν καὶ φύσει λόγον τοῦ θεοῦ; καὶ ὁ μὲν ἀποξενοῖ τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ πατρός, ὁ δὲ ἴδιον καὶ ἀδιαίρετον τῆς τοῦ πατρὸς οὐσίας αὐτὸν εἶναι διδάσκει, ὡς ἔστιν ὁ λόγος πρὸς τὸν νοῦν καὶ ποταμὸς πρὸς τὴν πηγήν.
Μετάφραση
Αυτά είτε δεν τα άκουσε ποτέ ο Άρειος, είτε, αφού τα άκουσε, δεν τα κατανόησε ο αμαθής. Διότι δεν θα συκοφαντούσε τόσο πολύ τον επίσκοπο, εάν τα είχε κατανοήσει, αλλά εξάπαντος θα λοιδορούσε και εκείνον όπως και εμάς, εξαιτίας του μίσους του προς την αλήθεια. Επειδή, όντας χριστομάχος, δεν θα διστάσει να διώξει και εκείνους που έχουν το φρόνημα του Χριστού, όπως ακριβώς προείπε ο ίδιος ο Κύριος: «Εάν εμένα εδίωξαν, και εσάς θα διώξουν». Ή, εάν οι προστάτες της ασέβειας νομίζουν ότι ο Διονύσιος είναι ομόφρονάς τους, ας γράψουν αυτά και ας τα ομολογήσουν· ας γράψουν για την άμπελο και τον γεωργό, για το σκάφος και τον ναυπηγό, και συγχρόνως ας ομολογήσουν και όσα είπε απολογούμενος περί του ομοουσίου, και του ότι ο Υιός είναι εκ της ουσίας, και περί του αϊδίου, και τη σχέση του νου προς τον λόγο και της πηγής προς τον ποταμό, και τα υπόλοιπα, ώστε, έστω και από τη διαφορά τους, να κατανοήσουν πώς εκείνα μεν τα είπε κατ' οικονομίαν, αυτά δε όπως τα απαιτεί ο λόγος της ευσεβούς πίστεως, και εντέλει, λέγοντας αυτά, να αναιρέσουν όσα φρόνησαν εναντίον αυτών των ίδιων των πραγμάτων. Διότι, τι το παραπλήσιο έχει η πίστη του Διονυσίου με τις κακοδοξίες του Αρείου; Δεν λέει ο μεν Άρειος τον Λόγο «κατ' επίνοιαν», ενώ ο Διονύσιος αληθινό και εκ φύσεως Λόγο του Θεού; Και ο μεν ένας αποξενώνει τον Λόγο από τον Πατέρα, ενώ ο άλλος διδάσκει ότι είναι ίδιος και αδιαίρετος από την ουσία του Πατέρα, όπως ακριβώς είναι ο λόγος προς τον νου και ο ποταμός προς την πηγή;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες