Ἐπιτήρει δὲ ὅπως ἐπὶ μὲν τοῦ πάθους ἔφη καὶ τῆς ἀναστάσεως Μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με· προσθεὶς δέ Ὅτι πρὸς τὸν Πατέρα πορεύομαι, σιωπᾷ τὸ λειπόμενον. οὐ γὰρ ἐπὶ πόσον ἐκεῖ διαμενεῖ χρόνον, ἢ πότε τυχὸν ἐπανήξει, διαμεμήνυκε, καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν; οὐ γὰρ ἡμῶν “ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ”ὁ Πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ,” κατὰ τὰς αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος φωνάς. <Εἶπον οὖν ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ πρὸς ἀλλήλους Τί ἐστι τοῦτο ὃ λέγει ἡμῖν, μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με; καὶ ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν Πατέρα; ἔλεγον οὖν Τί ἐστι τοῦτο ὃ λέγει τὸ μικρόν; οὐκ οἴδαμεν τί λαλεῖ.> Οὔπω συνέντες τὸ εἰρημένον οἱ θεσπέσιοι μαθηταὶ συλλαλοῦσι πρὸς ἀλλήλους, καὶ τί ἂν βούλοιτο σημαίνειν αὐτοῖς τό Μικρὸν ἔτι καὶ μικρὸν ἐνδοιάζουσι, καὶ τό Οὐ θεωρεῖτέ με· φθάνει γεμὴν ὁ Χριστὸς ἀναπυθέσθαι προθυμουμένους, ἐπικαιρότατα πάλιν ἐπιδεικνὺς, ὅτι καρδίας οἶδεν ὡς Θεὸς καὶ τὸ ἐν νῷ στρεφόμενον ἔτι καὶ ἐν τῷ βάθει τῆς καρδίας ἐγκεχωσμένον, ὡς ἤδη καὶ γλώσσῃ διακτυπηθὲν ἐξεπίσταται. τί γὰρ ἂν ὅλως καὶ λάθοι τὸν ᾧπέρ ἐστι τὰ πάντα γυμνά; διὸ καί φησι πρός τινα τῶν ἁγίων “Τίς ”οὗτος ὁ κρύπτων με βουλὴν, συνέχων δὲ ῥήματα ἐν “καρδίᾳ, ἐμὲ δὲ οἴεται κρύπτειν;”
Μετάφραση
Πρόσεξε δε πώς, σχετικά με το πάθος και την ανάσταση, είπε «Λίγο ακόμη και δεν θα με βλέπετε, και πάλι λίγο και θα με δείτε»· προσθέτοντας δε «Ότι πηγαίνω προς τον Πατέρα», αποσιωπά το υπόλοιπο. Διότι δεν φανέρωσε πόσο χρόνο θα παραμείνει εκεί, ούτε πότε τυχόν θα επανέλθει, και για ποια αιτία; Διότι δεν είναι δικό μας έργο το «να γνωρίζουμε χρόνους ή καιρούς, τους οποίους ο Πατέρας έθεσε στη δική του εξουσία», σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Σωτήρα. <Είπαν, λοιπόν, μερικοί από τους μαθητές του μεταξύ τους: Τι είναι αυτό που μας λέει, «λίγο και δεν θα με βλέπετε, και πάλι λίγο και θα με δείτε»; και ότι «εγώ πηγαίνω προς τον Πατέρα»; Έλεγαν, λοιπόν: Τι είναι αυτό που λέει, το «λίγο»; Δεν ξέρουμε τι λέει.> Επειδή δεν είχαν κατανοήσει ακόμη τα λεγόμενα, οι θεσπέσιοι μαθητές συζητούν μεταξύ τους, και αμφιβάλλουν για το τι θα μπορούσε να τους σημαίνει το «Λίγο ακόμη και λίγο», και το «Δεν θα με βλέπετε»· τους προλαβαίνει όμως ο Χριστός ενώ προθυμοποιούνται να ρωτήσουν, αποδεικνύοντας πάλι πολύ επίκαιρα, ότι γνωρίζει τις καρδιές ως Θεός και ότι γνωρίζει καλά αυτό που στριφογυρίζει στο νου και παραμένει κρυμμένο στο βάθος της καρδιάς, σαν να έχει ήδη ειπωθεί με τη γλώσσα. Διότι τι θα μπορούσε να διαφύγει καθόλου την προσοχή Εκείνου μπροστά στον οποίο τα πάντα είναι γυμνά; Γι' αυτό και λέει προς κάποιον από τους αγίους: «Ποιος είναι αυτός που μου κρύβει σχέδιο, και κρατάει λόγια μέσα στην καρδιά του, και νομίζει ότι μπορεί να τα κρύψει από εμένα;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες