νῦν μὲν γὰρ εἴδομεν οὐκ ἐν ὁλοκλήρῳ δόξῃ τῇ θεοπρεπεῖ, διὰ τὸ ἀνθρώπινον· παρελάσαντος δὲ τοῦ καιροῦ τῆς μετὰ σαρκὸς οἰκονομίας, καὶ τετελεσμένου τοῦ μυστηρίου τοῦ δι᾽ ἡμᾶς καὶ ὑπὲρ ἡμῶν, ἐν ἰδίᾳ δόξῃ λοιπὸν καὶ τῇ τοῦ Πατρὸς ὀφθήσεται. Θεὸς γὰρ ὢν κατὰ φύσιν, ὁμοούσιός τε διὰ τοῦτο τῷ φύσαντι, πάντως δήπου καὶ ἐν ἴσοις ἔσται τοῖς ἀξιώμασι, καὶ ἐν δόξῃ τῇ οἰκείᾳ καὶ θεοπρεπεῖ διαλάμψει λοιπόν. <Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐν τῷ ὀνόματί μου αἰτήσεσθε, καὶ οὐ λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν Πατέρα περὶ ὑμῶν· αὐτὸς γὰρ ὁ Πατὴρ φιλεῖ ὑμᾶς, ὅτι ὑμεῖς ἐμὲ πεφιλήκατε, καὶ πεπιστεύκατε ὅτι ἐγὼ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐξῆλθον.> Ἐξαιτεῖν μὲν ὅλως διὰ προσευχῆς καὶ ἐντεύξεως ἐφίησι τὸ παράπαν οὐδὲν, εἰ μὴ ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. προχειρότατα γεμὴν ἐπιδώσειν αὐτοῖς τὸν Πατέρα τὰ ἐν εὐχαῖς ἐπαγγέλλεται, καὶ οὐχὶ πάντως ταῖς τοῦ Υἱοῦ προτροπαῖς ἀναπειθόμενον, ἅτε δὴ παρακλήτου καὶ μεσιτεύοντος, αὐτόμολον δέ πως εἰς φιλοτιμίας ἰόντα τὰς ἐπ᾽ αὐτοῖς, καὶ ὥσπερ τι χρέος κατατιθέναι σπουδάζοντα τοῖς ἀγαπῶσι Χριστὸν, τὴν ἀνωτάτω τε καὶ εἰς ἄκρον εὐμένειαν. καὶ οὐχί τις νοῦν ἔχων οἰήσαιτο πάλιν, ἢ καὶ ἀμαθαίνων ἐρεῖ, ὡς κατ᾽ οὐδένα τρόπον δεήσονται μὲν ἐν τοῖς καθ᾽ ἑαυτοὺς τῆς τοῦ Υἱοῦ μεσιτείας οἱ μαθηταὶ, ἤγουν τῶν ἁγίων ἕτεροι τυχόν.
Μετάφραση
Διότι τώρα βέβαια δεν τον είδαμε με ολόκληρη τη θεοπρεπή του δόξα, εξαιτίας της ανθρώπινης φύσης του· αφού όμως παρέλθει ο καιρός της ένσαρκης οικονομίας, και αφού τελειωθεί το μυστήριο που έγινε δι' ημάς και υπέρ ημών, θα εμφανιστεί πλέον με τη δική του δόξα και με αυτήν του Πατέρα. Διότι, επειδή είναι Θεός κατά φύση, και γι' αυτό ομοούσιος με Εκείνον που τον εγέννησε, προφανώς και θα βρίσκεται σε ίσα αξιώματα και θα λάμψει πλέον με την οικεία και θεοπρεπή του δόξα. <Εκείνη την ημέρα θα ζητήσετε στο όνομά μου, και δεν σας λέω ότι εγώ θα παρακαλέσω τον Πατέρα για εσάς· διότι ο ίδιος ο Πατέρας σας αγαπά, επειδή εσείς αγαπήσατε εμένα, και πιστέψατε ότι εγώ εξήλθα από τον Πατέρα.> Δεν επιτρέπει καθόλου να ζητούν το παραμικρό μέσω προσευχής και δεήσεως, παρά μόνο στο όνομά του. Υπόσχεται όμως ότι ο Πατέρας θα τους χορηγήσει προθυμότατα όσα ζητούν στις προσευχές τους, και όχι οπωσδήποτε επειδή θα πεισθεί από τις προτροπές του Υιού, ο οποίος θα ενεργεί ως παράκλητος και μεσίτης, αλλά επειδή ο ίδιος αυτοβούλως θα προχωρεί σε ευεργεσίες προς αυτούς, και θα σπεύδει σαν να καταθέτει ως κάποιο χρέος προς εκείνους που αγαπούν τον Χριστό, την ανώτατη και άκρα ευμένειά του. Και κανένας βέβαια λογικός άνθρωπος δεν θα νομίσει, ούτε κάποιος από αμάθεια θα πει, ότι οι μαθητές, ή τυχόν και άλλοι από τους αγίους, δεν θα έχουν σε καμία περίπτωση ανάγκη για τους εαυτούς τους τη μεσιτεία του Υιού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες