ὃ γὰρ ἔγνω πάντως ἐσόμενον ὡς Θεὸς, τοῦτο τῷ μαθητῇ προμεμήνυκεν. <Ὁ οὖν ἀρχιερεὺς ἠρώτησε τὸν Ἰησοῦν περὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς διδαχῆς αὐτοῦ.> Ὁ νομομαθὴς καὶ διδάσκαλος, ᾧ καὶ τὸ θεῖον διαγορεύει κήρυγμα Κρῖμα δίκαιον κρίνετε, καθάπερ τινὰ τῶν διαβοήτων ἁρπάσας λῃστῶν τὸν Κύριον, διά τε σπείρας στρατιωτῶν ὡπλισμένων καὶ πληθύος ἀνοσίων ὑπηρετῶν, περὶ διδαχῶν καὶ μαθητῶν ἐρωτᾷ, τὴν τῶν ἐγκλημάτων ἀπορίαν διὰ τούτου σημαίνων. οὐ γὰρ ᾔδει τὸ ἁμαρτεῖν ὁ κρινόμενος. ἐρωτᾷ δὲ περὶ τῆς διδαχῆς αὐτοῦ, πότερόν ποτε τοῖς διὰ Μωυσέως ἀπῳδός ἐστι νόμοις, ἤγουν τοῖς πάλαι τεθεσπισμένοις ὁμοστιβὴς καὶ σύνδρομος, καὶ τίς ἄρα τοῖς ὑπ᾽ αὐτῷ μεμαθητευμένοις ἐνυπάρχει σκοπὸς, τοῖς ἀρχαίοις ἔθεσι παιδαγωγεῖσθαι φιλεῖν, ἤγουν τινὰ ξένην καὶ καινοπρεπῆ τῆς λατρείας ἐπιτηδεύειν τὴν ἀγωγήν. ἐποίει δὲ τοῦτο δυστρόπως· ᾤετο γὰρ ὅτι κατερεῖ μὲν ἐναργῶς τοῦ νόμου Χριστὸς, ἀπόβλητα δὲ τὰ διὰ Μωυσέως εἰπὼν, αὐτὸς καθ᾽ ἑαυτοῦ τῆς τῶν Ἰουδαίων γλωσσαλγίας ἀνακινήσει θράσος, ἵνα καὶ φαίνηται λοιπὸν δικαίαν ὥσπερ ἀποτιννὺς τοῦ θεομαχεῖν ἑλέσθαι τὴν δίκην. θεομαχεῖν γὰρ ἄντικρυς ἦν τὸ τοῖς θείοις ἀντιτάττεσθαι νόμοις, εἴπερ τις ἄρα τῶν καθ᾽ ἡμᾶς ἥλω τι τοιοῦτον εἰπὼν ἢ δράσας.
Μετάφραση
Διότι αυτό που γνώριζε ως Θεός ότι θα συμβεί οπωσδήποτε, αυτό προανήγγειλε στον μαθητή. <Ο αρχιερέας, λοιπόν, ρώτησε τον Ιησού για τους μαθητές του και για τη διδαχή του.> Ο νομομαθής και δάσκαλος, στον οποίο το θείο κήρυγμα παραγγέλλει «Κρίνετε με δίκαιη κρίση», αφού συνέλαβε τον Κύριο σαν κάποιον από τους διαβόητους ληστές, με τη βοήθεια μιας σπείρας οπλισμένων στρατιωτών και πλήθους ανόσιων υπηρετών, ρωτά για διδαχές και μαθητές, φανερώνοντας με αυτόν τον τρόπο την έλλειψη κατηγοριών. Διότι ο κρινόμενος δεν γνώριζε την αμαρτία. Και ρωτά για τη διδαχή του, εάν τάχα είναι ασύμφωνη με τους νόμους που δόθηκαν μέσω του Μωυσή, ή αν ακολουθεί τον ίδιο δρόμο και συμφωνεί με όσα είχαν θεσπιστεί παλαιότερα, και ποιος άραγε είναι ο σκοπός που ενυπάρχει σε αυτούς που μαθήτευσαν κοντά του, το να αγαπούν να διαπαιδαγωγούνται με τα αρχαία έθιμα, ή να εφαρμόζουν κάποια ξένη και καινοφανή αγωγή λατρείας. Και το έκανε αυτό με κακοήθεια· διότι νόμιζε ότι ο Χριστός θα κατακρίνει φανερά τον νόμο, και αφού χαρακτηρίσει απορριπτέα όσα δόθηκαν μέσω του Μωυσή, θα ξεσηκώσει ο ίδιος εναντίον του το θράσος της ιουδαϊκής φλυαρίας, ώστε να φαίνεται πλέον ότι εκτίει δίκαιη τιμωρία, επειδή επέλεξε να θεομαχεί. Διότι το να εναντιώνεται κανείς στους θείους νόμους αποτελούσε ολοφάνερα θεομαχία, αν βέβαια κάποιος από εμάς πιανόταν να έχει πει ή να έχει κάνει κάτι τέτοιο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες