καὶ τοῦτο Θωμᾶς ἀναστὰν ἐκ νεκρῶν ἐψηλάφησε καὶ εἶδεν ἐν αὐτῷ τοὺς τύπους τῶν ἥλων, οὓς ὑπέμεινεν αὐτὸς ὁ λόγος ὁρῶν καθηλουμένους ἐν τῷ ἰδίῳ σώματι καὶ δυνάμενος κωλύειν, οὐκ ἐκώλυεν, ἀλλὰ καὶ ἰδιοποιεῖτο τὰ τοῦ σώματος ἴδια ὡς ἑαυτοῦ ὁ λόγος ὁ ἀσώματος. ἀμέλει τοῦ σώματος τυπτομένου παρὰ τοῦ ὑπηρέτου ὡς αὐτὸς πάσχων ἔλεγεν, τί με δέρεις; καὶ ἄψαυστος ὢν τῇ φύσει ὅμως ἔλεγεν, τὸν νῶτόν μου ἔδωκα εἰς μάστιγας καὶ τὸ πρόσωπόν μου οὐκ ἀπέστρεψα ἀπὸ ἐμπτυσμάτων· ἃ γὰρ τὸ ἀνθρώπινον ἔπασχε τοῦ λόγου, ταῦτα συνὼν αὐτῷ ὁ λόγος εἰς ἑαυτὸν ἀνέφερεν, ἵνα ἡμεῖς τῆς τοῦ λόγου θεότητος μετασχεῖν δυνηθῶμεν. καὶ ἦν παράδοξον, ὅτι αὐτὸς ἦν ὁ πάσχων καὶ μὴ πάσχων, πάσχων μέν, ὅτι τὸ ἴδιον αὐτοῦ ἔπασχε σῶμα καὶ ἐν αὐτῷ τῷ πάσχοντι ἦν, μὴ πάσχων δέ, ὅτι τῇ φύσει θεὸς ὢν ὁ λόγος ἀπαθής ἐστιν. καὶ αὐτὸς μὲν ὁ ἀσώματος ἦν ἐν τῷ παθητῷ σώματι, τὸ δὲ σῶμα εἶχεν ἐν ἑαυτῷ τὸν ἀπαθῆ λόγον ἀφανίζοντα τὰς ἀσθενείας αὐτοῦ τοῦ σώματος. ἐποίει δὲ τοῦτο, καὶ ἐγίνετο οὕτως, ἵνα τὰ ἡμῶν αὐτὸς δεχόμενος καὶ προσενεγκὼν εἰς θυσίαν ἐξαφανίσῃ, καὶ λοιπὸν τοῖς ἑαυτοῦ περιβαλὼν ἡμᾶς ποιήσῃ τὸν ἀπόστολον εἰπεῖν, δεῖ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν.
Μετάφραση
Και αυτό, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς, ο Θωμάς το ψηλάφησε και είδε πάνω του τα σημάδια των καρφιών, τα οποία υπέμεινε ο ίδιος ο Λόγος, βλέποντάς τα να καρφώνονται στο δικό του σώμα· και ενώ μπορούσε να το εμποδίσει, δεν το εμπόδισε, αλλά αντίθετα ο ασώματος Λόγος οικειοποιούνταν τα παθήματα του σώματος ως δικά του. Γι' αυτό άλλωστε, όταν το σώμα του χτυπήθηκε από τον υπηρέτη, σαν να έπασχε ο ίδιος έλεγε: «Τι με δέρνεις;» Και ενώ από τη φύση του ήταν ανέγγιχτος, ωστόσο έλεγε: «Τα νώτα μου έδωσα σε μαστιγώσεις και το πρόσωπό μου δεν το απέστρεψα από τα φτυσίματα». Διότι όσα έπασχε η ανθρώπινη φύση του Λόγου, αυτά ο Λόγος, όντας ενωμένος μαζί της, τα απέδιδε στον εαυτό του, ώστε εμείς να μπορέσουμε να μετάσχουμε στη θεότητα του Λόγου. Και ήταν παράδοξο το ότι ο ίδιος ήταν αυτός που έπασχε και δεν έπασχε: έπασχε μεν, επειδή έπασχε το δικό του σώμα και βρισκόταν μέσα σε αυτό που έπασχε, δεν έπασχε δε, επειδή ο Λόγος, όντας κατά φύση Θεός, είναι απαθής. Και ο ίδιος ο ασώματος βρισκόταν μέσα στο παθητό σώμα, ενώ το σώμα είχε μέσα του τον απαθή Λόγο, ο οποίος εξάλειφε τις αδυναμίες του ίδιου του σώματος. Το έπραττε δε αυτό, και συνέβαινε έτσι, ώστε, αφού δεχθεί τα δικά μας και τα προσφέρει ως θυσία, να τα εξαλείψει, και στη συνέχεια, αφού μας περιβάλει με τα δικά του, να κάνει τον Απόστολο να πει: «Πρέπει το φθαρτό αυτό να ενδυθεί αφθαρσία και το θνητό αυτό να ενδυθεί αθανασία».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες