ἔγκλημα τοιγαροῦν Ἰουδαῖοι ποιοῦνται Χριστῷ τὸ βασιλεῦσαι τοῦ Ἰσραήλ. τοιγάρτοι δικαίως ἐξώσθησαν, προσελήφθη δὲ καὶ ὑπεζεύχθη τὰ ἔθνη, καὶ ὑπὸ τὴν βασιλείαν τέθεινται τοῦ Χριστοῦ. “Αἴτησαι γὰρ παρ᾽ ἐμοῦ, φησὶ, καὶ δώσω σοι ”ἔθνη τὴν κληρονομίαν σου, καὶ τὴν κατάσχεσίν σου τὰ “πέρατα τῆς γῆς.” παροιστρήσαντος γὰρ ἑνὸς ἔθνους τοῦ ἐξ Ἰσραὴλ, πάντα τὰ ἔθνη δίδοται τῷ Χριστῷ, καὶ ἀντὶ μιᾶς γῆς, φημὶ δὴ τῆς Ἰουδαίων, τὰ τῆς οἰκουμένης πέρατα. ὡς γὰρ ὁ Παῦλός φησι “Τὸ παράπτωμα αὐτῶν πλοῦτος ”κόσμου καὶ τὸ ἥττημα αὐτῶν πλοῦτος ἐθνῶν.” Ὅπερ οὖν ἀκήκοεν ὁ Πιλάτος διαγογγυζόντων τῶν Ἰουδαίων, ἐναργῶς ἤδη φησὶ, καὶ ἀπολογεῖσθαι κελεύει τὸν Κύριον, εἰ κατὰ ἀλήθειαν αὐτὸς εἴη τῶν Ἰουδαίων ὁ βασιλεύς. ἀγωνιᾷ δὲ, ὡς εἰκὸς, καὶ κινδυνεύειν οἴεται τὴν Καίσαρος ἀρχὴν, φιλοπευστεῖ τε καὶ διὰ τοῦτο λίαν, ὡς ἤδη τὴν δέουσαν ἐπανόρθωσιν ἐπικομίσων τοῖς δεδραμένοις, ἵνα καὶ ἀνέγκλητον ἀποδείξῃ τὴν ἐπιτετραμμένην αὐτῷ παρὰ Ῥωμαίων ἀρχήν. <Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς Ἀπὸ σεαυτοῦ σὺ τοῦτο λέγεις, ἢ ἄλλοι εἶπόν σοι περὶ ἐμοῦ;> Κατειρηκότος, φησὶν, ἐναργῶς οὐδενὸς ἐπὶ τούτοις ἐμοῦ, πόθεν ἄρα σοι πρόεισιν ὁ περὶ τούτων λόγος; ἀλλ᾽ οὐδαμόθεν ἀμφίβολον ὅτι τῆς Ἰουδαίων κακονοίας τὸ κακούργημα, καὶ ὁ πικρὸς οὑτοσὶ διεσκεύασται δόλος· οὐ γὰρ δήπου, φησὶν, ἔσῃ μὲν αὐτὸς δικαστὴς, ἔσῃ δὲ καὶ κατήγορος.
Μετάφραση
Επομένως, οι Ιουδαίοι θεωρούν έγκλημα για τον Χριστό το ότι βασίλευσε στον Ισραήλ. Γι' αυτόν τον λόγο εκδιώχθηκαν δικαίως, ενώ τα έθνη προσλήφθηκαν, υποτάχθηκαν και τέθηκαν υπό τη βασιλεία του Χριστού. «Ζήτησε από εμένα», λέει, «και θα σου δώσω τα έθνη ως κληρονομιά σου, και ως ιδιοκτησία σου τα πέρατα της γης». Επειδή, λοιπόν, εξεμάνη ένα έθνος, αυτό του Ισραήλ, όλα τα έθνη δίδονται στον Χριστό, και αντί για μία χώρα, δηλαδή αυτήν των Ιουδαίων, τα πέρατα της οικουμένης. Όπως ακριβώς λέει ο Παύλος: «Το παράπτωμά τους έγινε πλούτος του κόσμου και η ήττα τους πλούτος των εθνών». Αυτό, λοιπόν, που άκουσε ο Πιλάτος να ψιθυρίζουν οι Ιουδαίοι, το λέει τώρα ξεκάθαρα και προστάζει τον Κύριο να απολογηθεί εάν πράγματι αυτός είναι ο βασιλιάς των Ιουδαίων. Αγωνιά, όπως είναι φυσικό, και νομίζει ότι κινδυνεύει η εξουσία του Καίσαρα, και γι' αυτό ρωτά με πολλή επιμονή, ώστε να επιφέρει την πρέπουσα διόρθωση στα πεπραγμένα, για να αποδείξει ακατηγόρητη την εξουσία που του έχει ανατεθεί από τους Ρωμαίους. <Αποκρίθηκε ο Ιησούς: Από τον εαυτό σου το λες αυτό ή άλλοι σου μίλησαν για εμένα;> «Εφόσον», λέει, «κανείς δεν με έχει κατηγορήσει ξεκάθαρα για αυτά, από πού προέκυψε σε εσένα αυτός ο λόγος; Αλλά είναι αναμφίβολο ότι πρόκειται για κακούργημα της κακοβουλίας των Ιουδαίων, και έχει σκευωρηθεί αυτός ο πικρός δόλος. Διότι βέβαια», λέει, «δεν μπορείς να είσαι εσύ συγχρόνως δικαστής και κατήγορος».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες