ὡς οὖν εἶπεν αὐτοῖς Ὅτι ἐγώ εἰμι, ἀπῆλθον εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ἔπεσον χαμαί.> Διὰ νυκτὸς ὁ προδότης τοὺς τῶν Ἰουδαίων ὑπηρέτας ὁμοῦ τῇ σπείρᾳ διακομίζων ἐφίκετο. καὶ γάρ τοι καθάπερ ἔφαμεν ἀρτίως, ᾤετο μὲν ὅτι καὶ οὐχ ἑκόντα λήψεται, τῇ τῶν ἑπομένων πολυχειρίᾳ καταθαρσήσας· εὑρήσει γεμὴν ἐμφιλοχωροῦντα τοῖς συνήθεσι τόποις, οὔπω τῆς ἡμέρας ἀνείσης τὴν ἑτέρωσέ ποι πρόοδον, ἐνιζανούσης δὲ ὥσπερ τοῖς καταλύμασιν ἔτι τὸν Κύριον τῆς νυκτός. ἵνα τοίνυν αὐτὸν καθ᾽ ἑκάτερον ἀνθρωπίνως διεσκεμμένον ἐλέγξῃ Χριστὸς, ἕωλά τε πεφρονηκότα κἂν τούτῳ πάλιν, φθάνει μὲν αὐτὸς τῆς ἐφόδου τὴν ἀρχὴν, ἔξεισι δὲ καὶ μάλα προθύμως ὑπαντήσων αὐτοῖς, ὅτι μήτε ἠγνόει τὸ τολμώμενον διὰ τούτου δεικνὺς, καὶ ὅτι λαθεῖν τε ἅμα καὶ διαδρᾶναι προεγνωκότι ῥᾷον, αὐτόκλητος ἴησιν ἐπὶ τὸ πάθος, οὐκ ἐκ τῆς τινῶν πλεονεξίας ἀνεθελήτῳ κινδύνῳ περιπεσὼν, ἵνα μήτε γελῶσιν οἱ παρ᾽ Ἕλλησι σοφοὶ, σκάνδαλόν τε καὶ κατηγόρημα τῆς ἑαυτῶν ἐλαφρίας ποιούμενοι τὸν σταυρὸν, μήτε μὴν ὁ κυριοκτόνος Ἰουδαῖος ὑψηλὴν ἀνασπάσῃ κατὰ Χριστοῦ τὴν ὀφρὺν, κατισχῦσαι νομίζων καὶ οὐχ ἑκόντος αὐτοῦ. διαπυνθάνεται δὲ τῶν ἡκόντων ἐπὶ τὴν σύλληψιν, τίνα δὴ ἄρα διερευνώμενοι πάρεισιν, οὐκ ἀγνοήσας· πόθεν;
Μετάφραση
Όταν λοιπόν τους είπε: «Εγώ είμαι», οπισθοχώρησαν και έπεσαν κάτω. Μέσα στη νύχτα έφτασε ο προδότης, φέρνοντας μαζί του τους υπηρέτες των Ιουδαίων μαζί με τη στρατιωτική δύναμη. Διότι, όπως ακριβώς είπαμε προηγουμένως, νόμιζε αφενός ότι θα τον συλλάβει χωρίς τη θέλησή του, παίρνοντας θάρρος από το μεγάλο πλήθος εκείνων που τον ακολουθούσαν· αφετέρου πίστευε ότι θα τον βρει να παραμένει στους συνηθισμένους τόπους, αφού η ημέρα δεν του είχε επιτρέψει ακόμη να μεταβεί κάπου αλλού, αλλά η νύχτα καθήλωνε τρόπον τινά τον Κύριο ακόμη στα καταλύματα. Για να τον ελέγξει λοιπόν ο Χριστός και στα δύο αυτά σημεία που είχε σκεφτεί με ανθρώπινα κριτήρια, και να του δείξει ότι και σε αυτό οι σκέψεις του ήταν μάταιες, προλαβαίνει ο ίδιος την αρχή της επίθεσης και βγαίνει έξω με μεγάλη προθυμία για να τους συναντήσει. Έτσι έδειχνε ότι δεν αγνοούσε το τόλμημά τους, και ότι ήταν πολύ πιο εύκολο σε αυτόν που γνώριζε εκ των προτέρων, να κρυφτεί και να διαφύγει. Οικειοθελώς πορεύεται προς το πάθος, χωρίς να περιπέσει σε ανεπιθύμητο κίνδυνο εξαιτίας της υπεροπλίας κάποιων, ώστε ούτε οι σοφοί των Ελλήνων να χλευάζουν, θεωρώντας τον σταυρό σκάνδαλο και αφορμή κατηγορίας εξαιτίας της δικής τους ελαφρότητας, ούτε βεβαίως ο κυριοκτόνος Ιουδαίος να σηκώσει υπεροπτικά το φρύδι του εναντίον του Χριστού, νομίζοντας ότι επικράτησε εναντίον Του παρά τη θέλησή Του. Και ρωτά αυτούς που ήρθαν για τη σύλληψη, ποιον τάχα αναζητώντας έχουν έρθει, όχι επειδή το αγνοούσε· πώς θα μπορούσε άλλωστε;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες