περιεργάζεται τοιγαροῦν ὁ Πιλάτος πικρότερόν τε καὶ ἀκριβέστερον ἤπερ ἐν ἀρχαῖς, τίς δὴ ἄρα καὶ πόθεν ἐστὶν ὁ Χριστός. ὁ δὲ, φησὶν, οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῷ λόγον, τῶν ἰδίων, κατά γε τὸ εἰκὸς, ἐπιμνησθεὶς ῥημάτων. τί γὰρ ἔφη πρὸς αὐτόν; “Πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει ”μου τῆς φωνῆς.” εἰδωλολάτρης δὲ ὢν ὁ Πιλάτος, πῶς ἂν ἐπήκουσε τῆς τοῦ Σωτῆρος φωνῆς, ἀλήθειάν τε καὶ τῆς ἀληθείας τέκνον ἑαυτὸν εἶναι φάσκοντος; ἢ πῶς ἂν ὅλως τὸ τῆς ἀληθείας ὄνομα παρεδέξατο καὶ τετίμηκεν, ὁ καὶ ἐν ἀρχαῖς αὐτὸ διαπτύσας καὶ εἰπὼν “Τί ἐστιν ἀλήθεια,” διὰ τὸ τοῖς ψευδωνύμοις ἔτι λατρεύειν θεοῖς καὶ τῷ τῆς ἀπάτης ἐγκεχῶσθαι σκότῳ; <Λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Πιλάτος Ἐμοὶ οὐ λαλεῖς; οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε, καὶ ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαί σε;> Ὠιήθη ὁ Πιλάτος ἀπονοίας ἔργον εἶναι τὴν σιωπήν. διὰ τοῦτο τὴν ἐκ τῆς ἀρχῆς ἐξουσίαν, καθάπερ τινὰ ῥάβδον ἐπανατείνεται, καὶ παρατρέψειν δύνασθαι καὶ οὐχ ἑκόντα τῷ φόβῳ νομίζει πρὸς ἀνόνητον ἀπολογίαν. ῥέψειν γὰρ ἀπαραποδίστως ἐφ᾽ ὅπερ ἂν βούλοιτό φησιν, εἴτ᾽ οὖν κολάζειν, εἴτε καὶ ἐλεεῖν ἕλοιτο τυχόν· παρωθοῦντος δὲ οὐδενὸς εἰς ἀβούλητον κρίσιν, ἐπ᾽ αὐτῷ δὴ κεῖσθαι καὶ μόνῳ τὴν ἐπὶ τῷ κατηγορουμένῳ ῥοπήν. καταιτιᾶται τοίνυν, ὡς ὑβρισμένος διὰ σιωπῆς οὐκ εὐκαίρου, καὶ ὅσον ἧκεν εἰς τοῦτο παρατεθηγμένος ἤδη πρὸς μανίαν τὴν κατ᾽ αὐτοῦ.
Μετάφραση
Ερευνά λοιπόν ο Πιλάτος με μεγαλύτερη δριμύτητα και ακρίβεια από ό,τι στην αρχή, ποιος άραγε και από πού είναι ο Χριστός. Εκείνος όμως, λέει, δεν του αποκρίθηκε ούτε λέξη, έχοντας θυμηθεί, όπως είναι φυσικό, τα δικά του λόγια. Διότι τι του είχε πει; «Καθένας που προέρχεται από την αλήθεια ακούει τη φωνή μου». Και εφόσον ο Πιλάτος ήταν ειδωλολάτρης, πώς θα υπάκουε στη φωνή του Σωτήρα, όταν Εκείνος δήλωνε ότι είναι η αλήθεια και τέκνο της αλήθειας; Ή πώς γενικά θα αποδεχόταν και θα τιμούσε το όνομα της αλήθειας εκείνος που και στην αρχή το είχε χλευάσει λέγοντας, «Τι είναι αλήθεια;», επειδή λάτρευε ακόμη τους ψευδώνυμους θεούς και ήταν βυθισμένος στο σκοτάδι της απάτης; <Λέει, λοιπόν, σε αυτόν ο Πιλάτος: Σε εμένα δεν μιλάς; Δεν γνωρίζεις ότι έχω εξουσία να σε σταυρώσω, και έχω εξουσία να σε απολύσω;> Νόμισε ο Πιλάτος ότι η σιωπή ήταν έργο αλαζονείας. Γι' αυτόν τον λόγο προβάλλει απειλητικά, σαν κάποια ράβδο, την εξουσία του αξιώματός του, και νομίζει ότι θα μπορέσει να τον αναγκάσει να μιλήσει, έστω και παρά τη θέλησή του, μέσω του φόβου, σε μια ανώφελη απολογία. Διότι ισχυρίζεται πως θα κινηθεί ανεμπόδιστα προς ό,τι θα ήθελε, είτε δηλαδή επέλεγε να τιμωρήσει είτε τυχόν να ελεήσει· και εφόσον κανένας δεν τον εξωθεί σε μια ανεπιθύμητη απόφαση, εναπόκειται αποκλειστικά στον ίδιο η τελική απόφαση για τον κατηγορούμενο. Τον κατηγορεί, λοιπόν, θεωρώντας ότι έχει προσβληθεί εξαιτίας μιας άκαιρης σιωπής, και ως προς αυτό έχει ήδη παροξυνθεί σε μανία εναντίον του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες