Πρὸς δέ γε τοῖς εἰρημένοις κἀκεῖνό φημι, ὅτι τῆς οἰκείας μητρὸς σκανδάλῳ περιπεσούσης καὶ λογισμῶν ἀταξίαις ἐμπεφυρμένης, πῶς οὐκ ἔδει προνοεῖν τὸν Κύριον; Θεὸς γὰρ ὢν ἀληθινὸς, καὶ εἰς τὰ τῆς καρδίας βλέπων κινήματα, καὶ τὰ ἐν τῷ βάθει γινώσκων, πῶς ἂν ἠγνόησε τὰς κατ᾽ ἐκεῖνο δὴ μάλιστα καιροῦ συνταραττούσας αὐτὴν ἐννοίας ἐπὶ τῷ τιμίῳ σταυρῷ; εἰδὼς οὖν ἄρα τοὺς ἐν αὐτῇ διαλογισμοὺς, ἀρίστῳ μυσταγωγῷ παρεδίδου τῷ μαθητῇ, τὸ τοῦ μυστηρίου βάθος ἐκδιηγεῖσθαι καλῶς τε καὶ οὐκ ἀνικάνως ἔχοντι. σοφὸς γὰρ ἦν ὄντως καὶ θεολόγος, ὃς καὶ δέχεταί τε καὶ ἀποκομίζει χαίρων, πᾶσαν ἐπ᾽ αὐτῇ πληρώσων τοῦ Σωτῆρος τὴν βούλησιν. <Μετὰ τοῦτο Ἰησοῦς ἰδὼν ἤδη ὅτι πάντα τετέλεσται, ἵνα τελειωθῇ ἡ γραφὴ, λέγει Διψῶ. σκεῦος ἔκειτο ὄξους μεστόν· σπόγγον οὖν μεστὸν ὄξους ὑσσώπῳ περιθέντες προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι.> Πεπληρωμένης ἁπάσης ἀσεβείας ἐπὶ Χριστῷ παρὰ τῆς τῶν Ἰουδαίων ἀνοσιότητος, καὶ λοιπὸν ἐλλείποντος οὐδενὸς εἰς τὸ φαίνεσθαι τελείως ἔχουσαν τὴν ὑπὲρ λόγον ὠμότητα, πάσχει τι πάλιν ἐν τελευταίοις ἡ σὰρξ ἴδιόν τε καὶ φυσικόν· εἰσδέχεται γὰρ τὸ διψῆν ταῖς πολυτρόποις αἰκίαις ξηρανομένη. δεινοὶ γὰρ οἱ πόνοι πρὸς τὸ ἀναγκᾶσαι διψῆν, ἐμφύτῳ τινὶ καὶ ἀφράστῳ θερμότητι τὴν ἐν τῷ βάθει δαπανῶντες ἰκμάδα, καὶ διαπύροις τισὶ προσβολαῖς τὸ τοῦ πάσχοντος διακαίοντες σπλάγχνον.
Μετάφραση
Εκτός δε από όσα ειπώθηκαν, λέγω και τούτο: εφόσον η ίδια του η μητέρα περιέπεσε σε σκάνδαλο και αναμείχθηκε με την αταξία των λογισμών, πώς δεν έπρεπε ο Κύριος να προνοήσει; Ως αληθινός Θεός που είναι, βλέποντας τα κινήματα της καρδιάς και γνωρίζοντας τα βάθη, πώς θα μπορούσε να αγνοήσει τις σκέψεις που την συντάρασσαν, ιδίως εκείνη τη στιγμή, μπροστά στον τίμιο σταυρό; Γνωρίζοντας λοιπόν τους διαλογισμούς της, την παρέδωσε σε άριστο μυσταγωγό μαθητή, ο οποίος ήταν σε θέση να της εξηγήσει ικανοποιητικά και με επάρκεια το βάθος του μυστηρίου. Διότι ήταν όντως σοφός και θεολόγος, ο οποίος την δέχεται και την αναλαμβάνει με χαρά, για να εκπληρώσει σε εκείνη όλο το θέλημα του Σωτήρα. <Μετά από αυτό ο Ιησούς, γνωρίζοντας ότι όλα έχουν πλέον τελειώσει, για να εκπληρωθεί η Γραφή λέει: Διψώ. Υπήρχε εκεί ένα σκεύος γεμάτο ξίδι. Αφού λοιπόν γέμισαν έναν σπόγγο με ξίδι και τον στερέωσαν σε ύσσωπο, τον έφεραν στο στόμα του.> Αφού ολοκληρώθηκε κάθε ασέβεια της ιουδαϊκής ανοσιότητας εναντίον του Χριστού, και πλέον δεν έλειπε τίποτα ώστε να φανεί τέλεια η απίστευτη ωμότητά τους, η σάρκα πάσχει πάλι στο τέλος κάτι το ίδιον και φυσικό: δηλαδή, καθώς είχε ξηρανθεί από τα πολύτροπα βασανιστήρια, αρχίζει να διψά. Διότι οι πόνοι είναι δεινοί στο να προκαλούν δίψα, αναλώνοντας τη βαθιά ικμάδα του σώματος με κάποια έμφυτη και ανέκφραστη θερμότητα, και κατακαίγοντας τα σπλάχνα του πάσχοντος με πύρινες προσβολές.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες