εἰς κρῖμα τοίνυν τῆς Ἰουδαίων ἀπανθρωπίας, καὶ εἰς ἔλεγχον τῶν Ἱεροσολυμιτῶν ὁ ἐκ τῆς Ἀριμαθαίας ἔρχεται μαθητὴς καὶ ταῖς καθηκούσαις θεραπείαις τιμᾷ, ὃν γυμνῇ μὲν οὔπω, λαθραίᾳ δ᾽ οὖν ὅμως τῇ πίστει τετίμηκε διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, καθά φησιν ὁ μακάριος Εὐαγγελιστής. <Ἦλθε δὲ καὶ Νικόδημος, ὁ ἐλθὼν πρὸς αὐτὸν νυκτὸς τὸ πρῶτον, φέρων μίγμα σμύρνης καὶ ἀλόης, ὡσεὶ λίτρας ἑκατόν.> Οὐχ ἕνα φησὶ μαθητὴν βεβουλεῦσθαι σωφρόνως προθυμότατά τε καὶ λίαν ἐλθεῖν εἰς περιστολὴν τοῦ ἁγίου σώματος, ἐπισυνάπτει δὲ τῷ πρώτῳ καὶ δεύτερον· Νικόδημος οὗτος ἦν· μαρτυρίαν ὥσπερ τὴν κατὰ νόμον τετιμημένην συλλέγων τῷ πράγματι. “Ἐπὶ στόματος γὰρ, φησὶ, δύο ἢ καὶ τριῶν ”μαρτύρων σταθήσεται πᾶν ῥῆμα.” δύο τοιγαροῦν οἱ ἐνταφιάσαντες, Ἰωσήφ τε καὶ Νικόδημος, ἔχοντες μὲν εἴσω τὴν πίστιν εἰς νοῦν, ἀσυνέτῳ γεμὴν ἔτι καταπτοούμενοι δείματι, καὶ τῆς ἐπιγείου τιμῆς τε καὶ δόξης οὔπω προτιμήσαντες τὴν παρὰ Θεῷ. ἦ γὰρ ἂν τὸν ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἀποπεμψάμενοι φόβον, καὶ ὀλίγα παντελῶς τῆς εἰς ἐντεῦθεν φροντίσαντες ἀπειλῆς, ἐλευθέραν τῇ πίστει παρέσχον τὴν ἄδειαν, ὅσιοί τε καὶ ἀγαθοὶ τῆς τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ἐντολῆς ἐδείχθησαν φύλακες. <Ἔλαβον οὖν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἔδησαν αὐτὸ ὀθονίοις μετὰ τῶν ἀρωμάτων, καθὼς ἔθος ἐστὶ τοῖς Ἰουδαίοις ἐνταφιάζειν.
Μετάφραση
Προς κατάκριση, λοιπόν, της απανθρωπιάς των Ιουδαίων και προς έλεγχο των Ιεροσολυμιτών έρχεται ο μαθητής από την Αριμαθαία και Τον τιμά με τις πρέπουσες περιποιήσεις, Αυτόν που δεν είχε τιμήσει ακόμη με φανερή, αλλά ωστόσο με κρυφή πίστη, εξαιτίας του φόβου των Ιουδαίων, όπως αναφέρει ο μακάριος Ευαγγελιστής. <Ήρθε δε και ο Νικόδημος, αυτός που είχε έρθει σε Αυτόν τη νύχτα την πρώτη φορά, φέρνοντας μείγμα σμύρνας και αλόης, περίπου εκατό λίτρες.> Αναφέρει ότι δεν πήρε μόνο ένας μαθητής τη σώφρονα απόφαση να έρθει με τεράστια προθυμία για την περιστολή του αγίου σώματος, αλλά συνδέει με τον πρώτο και έναν δεύτερο· αυτός ήταν ο Νικόδημος· συγκεντρώνοντας έτσι για το γεγονός τη μαρτυρία που είναι έγκυρη σύμφωνα με τον νόμο. «Διότι», λέει, «στο στόμα δύο ή και τριών μαρτύρων θα στηριχθεί κάθε λόγος». Δύο λοιπόν ήταν αυτοί που Τον ενταφίασαν, ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, οι οποίοι είχαν μεν μέσα στον νου τους την πίστη, κυριεύονταν όμως ακόμη από έναν ασύνετο φόβο, και δεν είχαν ακόμη προτιμήσει την τιμή και τη δόξα παρά τω Θεώ από την επίγεια. Διότι αν είχαν αποβάλει τον φόβο των Ιουδαίων, και αν δεν είχαν νοιαστεί καθόλου για την απειλή που προερχόταν από αυτούς, θα είχαν αφήσει ελεύθερη την πίστη τους να εκφραστεί, και θα αναδεικνύονταν όσιοι και αγαθοί φύλακες της εντολής του Σωτήρα μας. <Πήραν λοιπόν το σώμα του Ιησού και το έδεσαν με οθόνια μαζί με τα αρώματα, όπως είναι έθιμο των Ιουδαίων να ενταφιάζουν.>
Περισσότερα
Λεπτομέρειες