θαυμάζει δὲ τὸν οἶνον τὸν νέον ὁ ἀρχιτρίκλινος· ἕκαστος γὰρ, οἶμαι, τῶν εἰς τὴν θείαν ἱερωσύνην κατατεταγμένων καὶ πεπιστευμένων τὸν οἶκον τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Χριστοῦ, τὸν ὑπὲρ νόμον αὐτοῦ καταπλήττεται λόγον. πρώτῳ δὲ αὐτῷ κελεύει δοθῆναι Χριστὸς, ὅτι κατὰ τὴν τοῦ Παύλου φωνήν “Τὸν ”κοπιῶντα γεωργὸν δεῖ πρῶτον τῶν καρπῶν μεταλαμ- “βάνειν,” καὶ νοείτω πάλιν ὁ ἀκροατὴς, ὃ λέγω. <Καὶ εὗρεν ἐν τῷ ἱερῷ τοὺς πωλοῦντας βόας καὶ πρόβατα καὶ περιστερὰς καὶ τοὺς κερματιστὰς καθημένους.> Ἐξελέγχονται πάλιν καὶ διὰ τούτων Ἰουδαῖοι τῶν δοθέντων αὐτοῖς ὑπερφρονοῦντες νόμων, καὶ γραμμάτων μὲν Μωυσαϊκῶν οὐδένα ποιούμενοι λόγον, εἰς μόνην δὲ βλέποντες τὴν φιλοκερδίαν. προκαθαίρεσθαι γὰρ κατὰ ποικίλους τρόπους τοῦ νόμου κελεύοντος τοὺς οἵπερ ἔμελλον εἰς τὸν θεῖον ἀναβήσεσθαι ναὸν, ἀργυραμοιβοὺς ἤτοι κερματιστὰς, καὶ ἑτέρους ἐπὶ τούτοις, οἷς πλεονεξία τὸ ἐπιτήδευμα καὶ τόκος καὶ πλεονασμὸς ἐν ἐπιθυμίαις· ὅλος γὰρ ἐν τούτοις ὁ τῶν ἐμπόρων σκοπὸς συντείνεται· τὴν ἁγίαν καταμολύναντας οὐκ ἀπεῖργον αὐλὴν, ἀνίπτοις δὲ ὥσπερ εἰς αὐτὴν εἰσιέναι ποσὶ καὶ αὐτοὶ δὴ πάντως ἐπέταττον οἱ διακωλύειν ἰσχύοντες· ἵνα δὴ φαίνηται λέγων ἀληθῆ περὶ αὐτῶν ὁ Θεὸς ὅτι “Ποιμένες πολλοὶ διέφθειραν τὸν ἀμπελῶνά μου, ἐμό- ”λυναν τὴν μερίδα μου, ἔδωκαν μερίδα ἐπιθυμητήν μου εἰς “ἔρημον ἄβατον, ἐγενήθη εἰς ἀφανισμὸν ἀπωλείας.”
Μετάφραση
Θαυμάζει δε τον νέο οίνο ο αρχιτρίκλινος· διότι καθένας, νομίζω, από εκείνους που έχουν ταχθεί στη θεία ιερωσύνη και στους οποίους έχει εμπιστευθεί ο οίκος του Σωτήρος μας Χριστού, εκπλήσσεται από τον υπέρτερο του νόμου λόγο Του. Και ο Χριστός προστάζει να δοθεί πρώτα σε αυτόν, διότι σύμφωνα με τη φωνή του Παύλου «Ο γεωργός που κοπιάζει πρέπει πρώτος να μεταλαμβάνει από τους καρπούς», και ας κατανοήσει πάλι ο ακροατής αυτό που λέω. <Και βρήκε στο ιερό εκείνους που πουλούσαν βόδια και πρόβατα και περιστέρια, και τους αργυραμοιβούς να κάθονται.> Ελέγχονται πάλι και μέσω αυτών οι Ιουδαίοι ότι περιφρονούν τους νόμους που τους δόθηκαν, και δεν δίνουν καμία σημασία στα μωσαϊκά γράμματα, αλλά αποβλέπουν μόνο στη φιλοκέρδεια. Διότι, ενώ ο νόμος πρόσταζε να καθαρίζονται εκ των προτέρων με ποικίλους τρόπους εκείνοι που επρόκειτο να αναβούν στον θείο ναό, δεν εμπόδιζαν να μολύνουν την αγία αυλή τους αργυραμοιβούς ή κερματιστές, και άλλους επιπλέον αυτών, των οποίων επιτήδευμα ήταν η πλεονεξία και επιθυμία τους ο τόκος και ο πολλαπλασιασμός του κέρδους (διότι σε αυτά συνοψίζεται όλος ο σκοπός των εμπόρων)· αλλά, σαν να εισέρχονταν σε αυτήν με άπλυτα πόδια, το επέτρεπαν εντελώς αυτοί οι ίδιοι που είχαν τη δύναμη να τους εμποδίσουν· ώστε να αποδεικνύεται αληθινό αυτό που λέει ο Θεός για αυτούς: «Ποιμένες πολλοί κατέστρεψαν τον αμπελώνα μου, μόλυναν τη μερίδα μου, έκαναν την επιθυμητή μου μερίδα έρημο άβατη, παραδόθηκε στον αφανισμό της απώλειας».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες