οἶμαι δὲ ἔγωγε σοφοὺς νῦν αὐτὸν ἀποκαλεῖν τοὺς ῥήτορας, οἳ τῇ τῶν λόγων δεινότητι τὸ πιθανὸν ἀεὶ τῷ ψεύδει συμπλέκοντες, τῆς ἀληθείας αὐτῷ τὴν δόκησιν περιποιεῖν ἐσπούδαζον· γραμματέας δὲ οἶμαι τοὺς γραμματιστὰς ἤτοι γραμματικοὺς, οἷς ἦν ἔθος τὰς τῶν ποιητῶν περιεργάζεσθαι συγγραφὰς καὶ διερμηνεύειν τοῖς νέοις· συζητητὰς δέ φησι τοὺς λογομαχεῖν εἰωθότας καὶ ἀκριβείᾳ δῆθεν τῶν πραγμάτων βασανιστὰς, οἳ ταῖς τῶν ἐννοιῶν εὑρέσεσιν, ὡς ἑνὶ τὸ ἐφ᾽ ἑκάστῳ τῶν προκειμένων ἀδιαβλήτως ἔχειν δοκοῦν, ζητεῖν ὑποκρίνονται τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ᾽ οὔτι πω ὀρθῶς, μᾶλλον δὲ εἰς ἅπαν ἠμελημένως· ἠγνοήκασι γὰρ τὸν τῶν ὅλων Θεὸν, ὃς τόδε τὸ σύμπαν ἀποῤῥήτοις ἐνεργείαις ἀπονητὶ διεπήξατο, καὶ παρήνεγκεν εἰς τὸ εἶναι τὰ οὐκ ὄντα πάντα, κατανεύσας μόνον· μεμώραται τοίνυν ἀληθῶς ἡ τοῦ κόσμου σοφία. <Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεὸν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας.> Σοφίαν Θεοῦ καὶ τὴν ἀνθρωπίνην ὀνομάζει σύνεσιν καὶ τὴν εὐγλωττίαν, ἤτοι αὐτὸ τὸ τῆς λέξεως ἀνθηρόν· ἵνα διδάξῃ ὅτι νοῦ ποιητὴς ὁ Θεὸς καὶ φρονήσεως χορηγὸς καὶ εὐγλωττίας, καὶ εἴ τινες αὐτοῖς ἐχρήσαντο ἐφ᾽ ἃ μὴ προσῆκεν· μωρίαν δὲ τοῦ κηρύγματος, τῶν λέξεων τὴν ἁπλότητα λέγει· ἰδιῶται μὲν γὰρ τῷ λόγῳ γεγόνασιν οἱ θεσπέσιοι μαθηταὶ, πλούσιοι δὲ τῇ γνώσει. <Ἐπειδὴ καὶ ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι καὶ ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσι.> Κατ᾽ ἄμφω ἀληθὴς ὁ τοῦ Παύλου λόγος· ἐξελαύνοντος γάρ ποτε τοῦ Χριστοῦ τῶν ἱερῶν περιβόλων τοὺς πωλοῦντας τὰ πρόβατα καὶ τὰς βοῦς, τρυγόνας τε καὶ περιστερὰς, καὶ φάσκοντος “Μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ Πατρός μου ”οἶκον ἐμπορίου,” ἀντεφέροντο λέγοντες “Τί σημεῖον δεικ- ”νύεις ἡμῖν ὅτι ταῦτα ποιεῖς;”
Μετάφραση
Νομίζω δε εγώ ότι «σοφούς» ονομάζει τώρα τους ρήτορες, οι οποίοι, με την εκφραστική τους δεινότητα συμπλέκοντας πάντοτε το πιθανό με το ψέμα, φρόντιζαν να του προσδώσουν την εντύπωση της αλήθειας. Ως «γραμματείς» δε νομίζω ότι εννοεί τους γραμματιστές ή τους γραμματικούς, που είχαν τη συνήθεια να εξετάζουν σχολαστικά τα συγγράμματα των ποιητών και να τα ερμηνεύουν στους νέους. Και «συζητητές» λέει αυτούς που συνήθιζαν να λογομαχούν και να παριστάνουν τους αυστηρούς εξεταστές των πραγμάτων, οι οποίοι με τις επινοήσεις των εννοιών, θεωρώντας ότι κατέχουν αδιάσειστα επιχειρήματα για κάθε θέμα, υποκρίνονται ότι αναζητούν την αλήθεια, αλλά κάθε άλλο παρά ορθά, ή μάλλον εντελώς επιπόλαια. Επειδή αγνόησαν τον Θεό των όλων, ο οποίος στερέωσε αβίαστα αυτό το σύμπαν με άρρητες ενέργειες, και έφερε στην ύπαρξη όλα τα μη όντα, μόνο με ένα νεύμα του. Έχει μωρανθεί, λοιπόν, πραγματικά η σοφία του κόσμου. <Διότι, επειδή μέσα στη σοφία του Θεού ο κόσμος δεν γνώρισε τον Θεό μέσω της σοφίας, ευδόκησε ο Θεός να σώσει αυτούς που πιστεύουν μέσω της μωρίας του κηρύγματος.> Ονομάζει σοφία του Θεού και την ανθρώπινη σύνεση και την ευγλωττία, δηλαδή αυτήν την ίδια την ανθηρότητα του λόγου, για να διδάξει ότι ο Θεός είναι ο δημιουργός του νου και ο χορηγός της φρόνησης και της ευγλωττίας, ακόμη και αν κάποιοι τα χρησιμοποίησαν σε πράγματα που δεν άρμοζαν. Ως μωρία του κηρύγματος, εννοεί την απλότητα των λέξεων. Διότι οι θεσπέσιοι μαθητές υπήρξαν μεν απλοϊκοί ως προς τον λόγο, αλλά πλούσιοι στη γνώση. <Επειδή και οι Ιουδαίοι ζητούν σημείο και οι Έλληνες αναζητούν σοφία.> Και ως προς τα δύο, ο λόγος του Παύλου είναι αληθινός. Διότι, όταν κάποτε ο Χριστός έδιωχνε από τους ιερούς περιβόλους αυτούς που πουλούσαν τα πρόβατα και τα βόδια, τα τρυγόνια και τα περιστέρια, και έλεγε «Μην κάνετε τον οίκο του Πατέρα μου οίκο εμπορίου», εκείνοι αντιδρούσαν λέγοντας «Τι σημείο μας δείχνεις ότι τα κάνεις αυτά;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες