τοιγάρτοι καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς ἐν τῷ ᾄσματι τῶν ᾀσμάτων διαμέμνηταί πως τῶν ἐν τῇδε τῇ νυκτὶ περιπάτων, καὶ ἰκμάδων τῶν ἐκ δρόσου τῆς ἑωθινῆς, οὕτω λέγων “Ὅτι ἡ ”κεφαλή μου ἐπλήσθη δρόσου καὶ οἱ βόστρυχοί μου ψεκά- “δων νυκτός.” <Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς Γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρός ἐστι, λέγει αὐτῷ Κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτὸν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας αὐτὸν, κἀγὼ ἀρῶ αὐτόν.> Σκοτίας μὲν οὔσης ἔτι καὶ λελυμένης οὔπω παντελῶς τῆς νυκτὸς, θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἐγγὺς γεγονότα μόλις, καὶ τίς μέν ἐστιν ἀγνοεῖ, τὴν τοῦ σώματος εἰκόνα καὶ τοῦ προσώπου τὸν χαρακτῆρα διακρίνειν οὐκ ἔχουσα· κατακροᾶται δὲ λέγοντος τό Γύναι τί κλαίεις; καὶ πρᾶος μὲν ἀληθῶς τοῦ Σωτῆρος ὁ λόγος, ἐντεκεῖν δ᾽ οὖν ὅμως εἰς ὑποψίαν ἱκανὸς, ὅτι πρέποι μάλιστά τινι τῶν τοῦ κήπου προεστηκότων· διακεῖσθαι δὲ πάλιν ἀκόλουθον οὐχὶ πάντως ἐρωτῶντα τοῦ κλαίειν τὰς ἀφορμὰς τὰ τοιαῦτα φάναι τὸν Κύριον, ἀλλ᾽ οὐδὲ μαθεῖν ἐθέλοντα τὸν παρ᾽ αὐτοῦ ζητούμενον, ἀφιστάντα δὲ μᾶλλον τοῦ κατοιμώζειν αὐτὴν, καθάπερ ἀμέλει καὶ ἡ τῶν μακαρίων ἀγγέλων δυὰς, αὐτὸς γὰρ ἦν καὶ ἐν ἐκείνοις λαλῶν. τί τοίνυν κλαίεις, ὦ γύναι φησί· τίνα ζητεῖς; τουτέστι, περίστειλόν σου τὸ δάκρυον, ἔχουσα τὸν ζητούμενον.
Μετάφραση
Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο και ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός στο Άσμα Ασμάτων αναφέρει κάπως τους περιπάτους αυτής της νύχτας, και την υγρασία από την πρωινή δροσιά, λέγοντας: «Διότι η κεφαλή μου γέμισε δροσιά και οι πλόκαμοί μου από τις ψεκάδες της νύχτας». <Λέγει σε αυτήν ο Ιησούς: Γυναίκα, γιατί κλαις; ποιον ζητάς; Εκείνη, νομίζοντας ότι είναι ο κηπουρός, του λέει: Κύριε, αν εσύ τον βάσταξες, πες μου πού τον έβαλες, και εγώ θα τον πάρω.> Καθώς ήταν ακόμη σκοτάδι και δεν είχε λυθεί εντελώς η νύχτα, βλέπει τον Ιησού που μόλις είχε πλησιάσει, και αγνοεί ποιος είναι, μη μπορώντας να διακρίνει τη μορφή του σώματός του και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του· και τον ακούει να λέει: «Γυναίκα, γιατί κλαις;». Και αν και ο λόγος του Σωτήρα είναι αληθινά πράος, ωστόσο ήταν ικανός να γεννήσει την υποψία ότι ταίριαζε μάλλον σε κάποιον από τους επιστάτες του κήπου· και πάλι, είναι επόμενο να θεωρήσουμε ότι ο Κύριος δεν είπε αυτά τα λόγια επειδή ρωτούσε για να μάθει οπωσδήποτε τις αφορμές του κλάματος, ούτε επειδή ήθελε να μάθει ποιον αναζητούσε, αλλά μάλλον για να την αποτρέψει από τον θρήνο, όπως ακριβώς έκανε και η δυάδα των μακάριων αγγέλων, διότι αυτός ήταν που μιλούσε και μέσω αυτών. «Γιατί λοιπόν κλαις, γυναίκα;» λέει· «ποιον ζητάς;» Δηλαδή, συγκράτησε τα δάκρυά σου, διότι έχεις μπροστά σου αυτόν που ζητάς.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες