οὐκοῦν ἀναγκαιοτάτην καὶ τὴν περὶ τούτων ἡμῖν ἐξήγησιν ὁ τοῦ βιβλίου ποιεῖται συγγραφεύς. ἔδει γὰρ ἔδει πιστεύειν ὅτι καὶ ἀπέθανε καὶ ἐτάφη. λοιπὸν γὰρ εἰσβήσεται μετὰ τοῦτο τὸ πιστεύειν ἀληθῶς, ὅτι καὶ τὰ τοῦ θανάτου διαῤῥήξας δεσμὰ, πρὸς τὴν ἰδίαν ὡς Θεὸς ἀνεφοίτησε ζωήν. οὐ γὰρ ἦν δυνατὸν κρατεῖσθαι αὐτὸν ὑπὸ τοῦ θανάτου. ζωὴ γὰρ ὢν κατὰ φύσιν, πῶς ἂν ὑπέμεινε τὴν φθοράν; ὁ δὲ ἐν ᾧ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμὲν, πῶς ἂν τοῖς τῆς ἡμετέρας φύσεως ὑπηνέχθη νόμοις, καὶ οὐχὶ μᾶλλον ὡς Θεὸς ἐζωογόνησεν εὐκόλως τὸ ζωῆς ἐπιδεές; <Τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωῒ σκοτίας ἔτι οὔσης εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου. τρέχει οὖν καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς Ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν· ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς, καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον· ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ, καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια, οὐ μέντοι εἰσῆλθεν. ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον.
Μετάφραση
Επομένως, αναγκαιοτάτη είναι και η εξήγηση περί αυτών που μας κάνει ο συγγραφέας του βιβλίου. Διότι έπρεπε, έπρεπε να πιστεύουμε ότι και πέθανε και ετάφη. Διότι μετά από αυτό θα ακολουθήσει η αληθινή πίστη, ότι, αφού διέρρηξε τα δεσμά του θανάτου, επέστρεψε στην ίδια του τη ζωή ως Θεός. Διότι δεν ήταν δυνατόν να κρατηθεί από τον θάνατο. Όντας δηλαδή ζωή κατά φύση, πώς θα μπορούσε να υπομείνει τη φθορά; Και αυτός, μέσα στον οποίο ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε, πώς θα μπορούσε να υποταχθεί στους νόμους της δικής μας φύσης, και όχι μάλλον, ως Θεός, να ζωογονήσει εύκολα αυτό που στερούνταν ζωής; «Την δε πρώτη ημέρα της εβδομάδος, η Μαρία η Μαγδαληνή έρχεται πρωί, ενώ ήταν ακόμη σκοτάδι, στο μνημείο, και βλέπει τον λίθο σηκωμένο από το μνημείο. Τρέχει λοιπόν και έρχεται προς τον Σίμωνα Πέτρο και προς τον άλλον μαθητή τον οποίο αγαπούσε ο Ιησούς, και τους λέει: Πήραν τον Κύριο από το μνημείο, και δεν ξέρουμε πού τον έβαλαν. Βγήκε λοιπόν ο Πέτρος και ο άλλος μαθητής, και έρχονταν στο μνημείο. Έτρεχαν δε οι δύο μαζί, και ο άλλος μαθητής έτρεξε πιο γρήγορα από τον Πέτρο και ήλθε πρώτος στο μνημείο, και σκύβοντας βλέπει τα οθόνια να κείτονται, όμως δεν εισήλθε. Έρχεται λοιπόν ο Σίμων Πέτρος ακολουθώντας τον, και εισήλθε στο μνημείο, και βλέπει τα οθόνια να κείτονται, και το σουδάριο που ήταν στο κεφάλι του, να μην κείτεται μαζί με τα οθόνια, αλλά τυλιγμένο χωριστά σε έναν τόπο.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες