τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε καὶ ἐπίστευσεν· οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν γραφὴν, ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι.> Οὐκ ἂν ἐκαρτέρησεν οἴκοι μένειν ἡ σπουδαιοτάτη καὶ φιλόθεος αὕτη γυνὴ, οὐδ᾽ ἂν ἀπελείφθη τοῦ μνήματος, εἰ μὴ τὸν ἐπὶ τῷ σαββάτῳ καταδείσασα νόμον, καὶ τὴν τοῖς παραβαίνουσιν ἐπαρτηθεῖσαν δίκην, τὸ τῆς εἰς τοῦτο προθυμίας παρέκοψε θερμὸν, καὶ τοῖς ἀρχαίοις ἔθεσιν ἀπονέμουσα τὸ ἔτι κρατεῖν, τῶν ὅτι μάλιστα ποθουμένων καὶ οὐχ ἑκοῦσαν ἐξείργειν ᾤετο δεῖν τὴν ἑαυτῆς διάνοιαν. οἰχομένου δὲ ἤδη τοῦ σαββάτου, καὶ ἄρτι τῆς γείτονος ἀνατελλούσης ἡμέρας, δρόμῳ μέτεισι τὸν τόπον· εἶτα τῶν τοῦ μνημείου στομάτων ἐκκεκυλισμένον ἰδοῦσα τὸν λίθον, εἰς εὐλόγους ὑποψίας συναρπάζεται, καὶ τὸν ἀτελεύτητον τῶν Ἰουδαίων ἐννοήσασα φθόνον, μετακεκομίσθαι νομίζει τὸν Ἰησοῦν, ταῖς ἐκείνων ἀπονοίαις καὶ τοῦτο μετὰ τῶν ἄλλων ἐπιγράφουσα τὸ δυσσέβημα. ἐπειδὴ δὲ ἐν τούτοις τὸ γύναιον ἦν, καὶ τοῖς ἐκ τοῦ εἰκότος ἐβάλλετο λογισμοῖς, πρὸς τοὺς ἀγαπῶντας τὸν Κύριον ὑπονοστεῖ, συλλήπτορας ὥσπερ τῆς ἐπ᾽ αὐτῷ ζητήσεως τοὺς τῶν μαθητῶν γνησιωτάτους ποιεῖσθαι σπουδάζουσα.
Μετάφραση
«Τότε λοιπόν εισήλθε και ο άλλος μαθητής, ο οποίος είχε έλθει πρώτος στο μνημείο, και είδε και πίστεψε· διότι δεν είχαν κατανοήσει ακόμη τη Γραφή, ότι δηλαδή έπρεπε αυτός να αναστηθεί από τους νεκρούς». Δεν θα είχε υπομείνει να μείνει στο σπίτι αυτή η τόσο σπουδαία και φιλόθεη γυναίκα, ούτε θα είχε απουσιάσει από το μνήμα, αν, από φόβο για τον νόμο περί του Σαββάτου και την τιμωρία που επικρεμόταν σε όσους τον παραβίαζαν, δεν ανέκοπτε τη θέρμη της προθυμίας της για αυτό· και, σεβόμενη την ισχύ που είχαν ακόμη τα αρχαία έθιμα, θεωρούσε ότι έπρεπε, έστω και παρά τη θέλησή της, να απομακρύνει τη σκέψη της από όσα επιθυμούσε περισσότερο. Όταν όμως είχε πια περάσει το Σάββατο, και μόλις ανέτειλε η επόμενη ημέρα, μετέβη τρέχοντας στον τόπο· έπειτα, βλέποντας τον λίθο αποκυλισμένο από την είσοδο του μνημείου, κυριεύεται από εύλογες υποψίες, και, αναλογιζόμενη τον ατελείωτο φθόνο των Ιουδαίων, νομίζει ότι ο Ιησούς είχε μεταφερθεί αλλού, αποδίδοντας και αυτό το ασέβημα, μαζί με τα άλλα, στην παραφροσύνη τους. Καθώς η γυναίκα βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση και κατακλυζόταν από εύλογους λογισμούς, επιστρέφει σε αυτούς που αγαπούσαν τον Κύριο, σπεύδοντας να κάνει τους πιο γνήσιους από τους μαθητές συνεργούς στην αναζήτησή του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες