ἐξῆλθεν οὖν οὗτος ὁ λόγος εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει· οὐκ εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει, ἀλλ᾽ Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ;> Ἑαυτὸν δὴ πάλιν ἀφανέστερον μὲν, κατασημαίνει δ᾽ οὖν ὅμως ὁ θεσπέσιος Εὐαγγελιστής. καὶ αὐτὸς γάρ ἐστιν ὁ ἀγαπώμενος καὶ ἐπὶ τὸ στῆθος ἀναπεπτωκὼς τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὸν τοῦ δείπνου καιρὸν, ἤρετό τε τίς ὁ παραδώσων αὐτόν. τοῦτον τοιγαροῦν τεθεαμένος ὁ Πέτρος, φιλοπευστεῖν ἐπειρᾶτο καὶ μαθεῖν ἠξίου, ποίοις ἄρα καὶ τίσιν ὁμιλήσει καὶ αὐτὸς τοῖς μετὰ ταῦτα κινδύνοις, ἢ καὶ εἰς τί καταλήξει τυχὸν καὶ αὐτῷ τοῦ βίου τὸ πέρας. ἀλλ᾽ ἔξω λόγου τοῦ πρέποντος ἡ πεῦσις ἐφαίνετο, καὶ περιεργίας μᾶλλον ἢ χρηστομαθείας ἔργον ἦν, τῶν καθ᾽ ἑαυτὸν λαβόντα τὴν εἴδησιν τὰ ἐφ᾽ ἑτέροις ἐσόμενα ζητεῖν. διὰ οὖν ταύτην οἶμαι τὴν αἰτίαν ὁ Κύριος ἀπεκρίνατο μέν τι, πλὴν οὐκ εὐθὺ τῶν ἐρωτωμένων, ἤτοι τῶν ζητουμένων, ἀποκομίζων δέ πως εἰς ἕτερα τοῦ διερωτῶντος τὸν σκοπὸν, οὐκ ἀθάνατον ἔσεσθαι τὸν Ἰωάννην φησίν· ἀλλ᾽ εἰ βουλοίμην αὐτὸν διαζῆν ἕως ἔρχομαι, τί ἄρα τοῦτο πρὸς σέ; τουτέστιν Ἀκήκοας, ὦ Πέτρε, τὰ κατὰ σαυτὸν, τί σοι τὰ ἑτέρων φιλοπευστεῖν, καὶ τῶν θείων κριμάτων ἀνορύττειν ὥσπερ οὐκ ἐν καιρῷ τὴν εἴδησιν; εἰ γὰρ καὶ μηδόλως τελευτῴη, φησὶν, ἄρα τί τοῦτο τὴν σὴν φροντίδα παραμυθήσεται;
Μετάφραση
Διαδόθηκε λοιπόν αυτός ο λόγος στους αδελφούς, ότι ο μαθητής εκείνος δεν πεθαίνει. Ο Ιησούς όμως δεν του είπε ότι δεν πεθαίνει, αλλά «Εάν θέλω να μένει αυτός μέχρι να έλθω, τι σε νοιάζει εσένα;». Τον εαυτό του λοιπόν πάλι, κάπως συγκαλυμμένα μεν, υποδηλώνει ωστόσο ο θεσπέσιος Ευαγγελιστής. Διότι αυτός είναι ο αγαπώμενος και αυτός που είχε γείρει στο στήθος του Χριστού κατά την ώρα του δείπνου, και ρώτησε ποιος είναι αυτός που θα τον παραδώσει. Βλέποντας λοιπόν αυτόν ο Πέτρος, προσπαθούσε από περιέργεια να ρωτήσει και απαιτούσε να μάθει ποιους και τι είδους κινδύνους θα αντιμετωπίσει και αυτός στο μέλλον, ή και πού θα κατέληγε ενδεχομένως το δικό του τέλος της ζωής. Όμως η ερώτηση φαινόταν να βρίσκεται εκτός του πρέποντος, και αποτελούσε μάλλον έργο περιέργειας παρά φιλομάθειας, το να ζητά να μάθει τι πρόκειται να συμβεί στους άλλους, αφού πρώτα είχε λάβει γνώση για τα δικά του. Για αυτήν λοιπόν την αιτία νομίζω ο Κύριος έδωσε μεν κάποια απάντηση, αλλά όχι ευθέως σε αυτά που ρωτήθηκαν, ήτοι σε αυτά που ζητήθηκαν, αλλά στρέφοντας κάπως τον σκοπό αυτού που ρωτούσε σε άλλα ζητήματα, δεν λέει ότι ο Ιωάννης θα είναι αθάνατος, αλλά «αν θέλω αυτός να συνεχίσει να ζει μέχρι να έρθω, τι σε νοιάζει εσένα αυτό;». Δηλαδή, «Άκουσες, Πέτρε, τα δικά σου, τι σε νοιάζει να περιεργάζεσαι τα των άλλων και να ανασκάπτεις σαν σε ακατάλληλη στιγμή τη γνώση των θείων κρίσεων; Διότι, ακόμη κι αν δεν πέθαινε καθόλου», λέει, «αυτό πώς άραγε θα ανακούφιζε τη δική σου μέριμνα;».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες