Ὁρίζεται χρησίμως καὶ ὅπως ἂν γένοιτο πρὸς ἡμῶν ἡ πίστις, εἰ τὸ ἀμώμητον ἔχοι παρὰ Θεῷ καὶ τό γε δὴ λίαν εὖ πεποιῆσθαι δοκεῖν· τὸ μὲν γὰρ ἐνδοιάζειν ὅλως καὶ καταδονεῖσθαι φιλεῖν εἰς ἀδρανῆ διψυχίαν, ἀπόβλητον παντελῶς· περιττὸν δὲ ἴσως καὶ τῶν ὅτι μάλιστα σφαλερωτάτων τὸ χρῆναι περιεργάζεσθαι τὰ καὶ λόγου πέρα παντὸς, νοῦ τε ἐστὶ τοῦ καθ᾽ ἡμᾶς ἐν ἀμείνοσι· πῶς γὰρ ἂν εἶεν ἐμφανῆ τὰ ἀποῤῥήτως παρὰ Θεοῦ τεχνουργούμενα; καὶ μὴν καὶ καρδίας ὀφθαλμὸς τίς ἂν εἴη τοσοῦτος ὡς καταθρῆσαι δύνασθαι Θεὸν, μᾶλλον δὲ τίς ἄρα συνήσει, κἂν εἴ τις ἕλοιτο λέγειν καὶ ἀφηγοῖτο τὰ πολὺ λίαν ὑπὲρ ἡμᾶς; ὁ μὲν γὰρ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς Νικοδήμῳ ποτὲ τοὺς περὶ τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως παρετίθει λόγους καὶ δὴ καὶ ἔφασκεν “Ἀμὴν ”ἀμὴν λέγω ὑμῖν ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται “εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ·” [εἶτα τούτοις προσετίθει τὰ ἐφεξῆς]. συνιέντος δὲ αὐτοῦ παντελῶς οὐδὲν, τότε δὴ τότε Χριστὸς τῆς τῶν ἐννοιῶν ἰσχνότητος ὡς ἀπωτάτω τιθεὶς τῆς ἀνθρώπου διανοίας τὸ πάχος “Εἰ τὰ ἐπίγεια εἶπον ”ὑμῖν, φησὶ, καὶ οὐ πιστεύετε, πῶς ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ἐπου- “ράνια πιστεύσετε;” προσετίθει δὲ τούτοις “Ἀμὴν ἀμὴν ”λέγω ὑμῖν ὃ οἴδαμεν λαλοῦμεν καὶ ὃ ἑωράκαμεν μαρτυ- “ροῦμεν καὶ τὴν μαρτυρίαν ἡμῶν οὐδεὶς λαμβάνει.”
Μετάφραση
Ορίζεται ωφέλιμα και το πώς πρέπει να συγκροτείται από εμάς η πίστη, προκειμένου να είναι άμεμπτη ενώπιον του Θεού και να θεωρείται ότι έχει εφαρμοσθεί με τον καλύτερο τρόπο. Διότι το να αμφιβάλλει κανείς γενικώς και να κλονίζεται εύκολα, πέφτοντας σε αδρανή διψυχία, είναι παντελώς απορριπτέο. Περιττό δε ίσως και από τα πλέον σφαλερά είναι το να πρέπει να περιεργάζεται κανείς όσα βρίσκονται πέρα από κάθε λόγο και είναι ανώτερα από τον δικό μας νου. Διότι πώς θα μπορούσαν να είναι φανερά τα όσα άρρητα δημιουργούνται από τον Θεό; Και επιπλέον, ποιος οφθαλμός της καρδιάς θα ήταν τόσο ικανός ώστε να μπορέσει να ατενίσει τον Θεό; Ή μάλλον, ποιος θα κατανοήσει, ακόμη κι αν κάποιος επέλεγε να τα πει και να διηγηθεί όσα είναι πάρα πολύ ανώτερα από εμάς; Διότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός εξέθετε κάποτε στον Νικόδημο τους λόγους περί της πνευματικής αναγέννησης και μάλιστα έλεγε: «Αμήν αμήν σας λέγω, εάν κάποιος δεν γεννηθεί άνωθεν, δεν δύναται να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού» [έπειτα πρόσθεσε σε αυτά και τα εξής]. Καθώς όμως εκείνος δεν κατανοούσε απολύτως τίποτα, τότε ακριβώς ο Χριστός, απομακρύνοντας όσο το δυνατόν περισσότερο την παχύνοια της ανθρώπινης διάνοιας από την αδυναμία των εννοιών, λέει: «Εάν σας είπα τα επίγεια και δεν πιστεύετε, πώς εάν σας πω τα επουράνια θα πιστέψετε;» Και πρόσθετε σε αυτά: «Αμήν αμήν σας λέγω, ότι αυτό που γνωρίζουμε λαλούμε και αυτό που έχουμε δει μαρτυρούμε, και τη μαρτυρία μας κανείς δεν τη δέχεται.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες