ταύτην ὁ λόγος ἑλεῖν ἐπιθυμεῖ τὴν ἀρχήν· διά τοι τοῦτο καὶ τὸ δοκεῖν ἡγεῖσθαι μηδὲν τὰ τῶν Ἰουδαίων ἔθη σοφῶς ὁ Σωτὴρ ὑπεπλάττετο. <Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι Δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτὸν, καὶ ἔδωκέ σοι ὕδωρ ζῶν. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή.> Τὴν ὑπερκόσμιόν τε καὶ ὑπερουράνιον οὐκ εἰδυῖα τοῦ Μονογενοῦς οὐσίαν, μᾶλλον δὲ ἀγνοοῦσα παντελῶς τὸν ἐνανθρωπήσαντα Λόγον, Ἰουδαῖον οὖν αὐτὸν ὠνόμαζεν ἡ γυνή. καὶ σιωπᾷ μὲν πρὸς τοῦτο χρησίμως, ἵνα σώζηται πάλιν ἡ τοῦ πρὸς αὐτὴν ὑπόθεσις λόγου· ἀναφέρει δ᾽ οὖν ὅμως εἰς ὑψηλοτέραν τὴν περὶ αὐτοῦ διάληψιν, οὐκ εἰδέναι λέγων, τίς ὁ ποτὸν αἰτήσας ἐστὶν, ἢ καὶ ὅσην ἔχει τὴν χάριν τὰ θεόθεν χορηγούμενα, ὡς εἴπερ ἔχοι τὴν γνῶσιν, οὐκ ἂν ὑστερίζειν ἠνέσχετο, ᾔτησε γὰρ ἂν προλαβοῦσα τὸν Κύριον. ἐρεθίζει μὲν οὖν διὰ τούτων εἰς τὸ καὶ λίαν ἐσπουδασμένως ἐθελῆσαι μαθεῖν. ἐπιτήρει δὲ ὅπως εὐφυᾶ δὴ καὶ νῦν καὶ κόμπου γυμνὸν ἐπιτηδεύων λόγον, Θεὸν ἑαυτὸν εἶναί φησιν, εἰ καὶ βραδεῖα πρὸς τὸ δύνασθαι νοεῖν ἡ γυνή. ἀποθαυμάζειν γὰρ ἀναπείθων τὴν τοῦ Θεοῦ δωρεὰν, ταύτης ἑαυτὸν εἰσφέρει χορηγόν· εἰ γὰρ ᾔδεις φησὶ τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν. τίνι δ᾽ ἂν καὶ πρέποι τὸ χαρίζεσθαι τὰ Θεοῦ; μὴ οὐχὶ κατὰ φύσιν ὄντι Θεῷ;
Μετάφραση
Αυτήν την αρχή επιθυμεί να καταλάβει ο λόγος· γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο και ο Σωτήρας με σοφία προσποιήθηκε ότι θεωρεί ως μηδέν τα ιουδαϊκά έθιμα. <«Αν ήξερες τη δωρεά του Θεού, και ποιος είναι αυτός που σου λέει 'Δώσε μου να πιω', εσύ θα τον παρακαλούσες, και θα σου έδινε ζωντανό νερό». Του λέει η γυναίκα:> Επειδή η γυναίκα δεν γνώριζε την υπερκόσμια και υπερουράνια ουσία του Μονογενούς, και μάλλον αγνοώντας εντελώς τον ενανθρωπήσαντα Λόγο, τον ονόμασε Ιουδαίο. Και εκείνος σωπαίνει προς το παρόν γι' αυτό ωφέλιμα, για να διασωθεί πάλι η υπόθεση του διαλόγου του μαζί της· ωστόσο, ανυψώνει την αντίληψη γι' αυτόν σε υψηλότερο επίπεδο, λέγοντας ότι δεν γνωρίζει ποιος είναι αυτός που ζήτησε νερό, ούτε πόση χάρη έχουν τα όσα χορηγούνται από τον Θεό, διότι αν είχε τη γνώση, δεν θα ανεχόταν να υστερήσει, αλλά θα παρακαλούσε εκείνη πρώτη τον Κύριο. Με αυτά τα λόγια, λοιπόν, την παρακινεί στο να θελήσει να μάθει με πολύ μεγάλο ζήλο. Πρόσεξε δε πώς, χρησιμοποιώντας και τώρα λόγο ευφυή και απαλλαγμένο από κάθε κομπασμό, δηλώνει ότι ο ίδιος είναι Θεός, έστω και αν η γυναίκα ήταν βραδεία στο να μπορέσει να κατανοήσει. Διότι, πείθοντάς την να θαυμάσει τη δωρεά του Θεού, παρουσιάζει τον εαυτό του ως χορηγό της· «Διότι, αν ήξερες», λέει, «τη δωρεά του Θεού και ποιος είναι αυτός που σου μιλάει, εσύ θα τον είχες παρακαλέσει». Σε ποιον, άλλωστε, θα ταίριαζε να χαρίζει τα δώρα του Θεού, αν όχι σε αυτόν που είναι Θεός κατά φύση;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες