Πρῶτον μὲν οὖν, τίς ἀκούσας τῶν προσηγοριῶν τοῦ Πνεύματος, οὐ διανίσταται τῇ ψυχῇ καὶ πρὸς τὴν ἀνωτάτω φύσιν τὴν ἔννοιαν ὑπεραίρει; Πνεῦμα γὰρ Θεοῦ εἴρηται, καὶ «Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται», «Πνεῦμα εὐθές», «Πνεῦμα ἡγεμονικόν». «Πνεῦμα ἅγιον», ἡ κυρία αὐτοῦ καὶ ἰδιάζουσα κλῆσις· ὅπερ δὴ μάλιστα παντὸς τοῦ ἀσωμάτου καὶ καθαρῶς ἀΰλου τε καὶ ἀμεροῦς ὄνομά ἐστι. Διὸ καὶ ὁ Κύριος τὴν ἐν τόπῳ προσκυνεῖσθαι τὸν Θεὸν ἡγουμένην διδάσκων, ὅτι ἀπερίληπτον τὸ ἀσώματον, «Πνεῦμα, φησίν, ὁ Θεός». Οὐ τοίνυν δυνατὸν Πνεῦμα ἀκούσαντα, περιγεγραμμένην φύσιν ἐντυπῶσαι τῇ διανοίᾳ, ἢ τροπαῖς καὶ ἀλλοιώσεσιν ὑποκειμένην, ἢ ὅλως ὁμοίαν τῇ κτίσει· ἀλλὰ πρὸς τὸ ἀνωτάτω ταῖς ἐννοίαις χωροῦντα, νοερὰν οὐσίαν ἐπάναγκες ἐννοεῖν, ἄπειρον κατὰ δύναμιν, μεγέθει ἀπεριόριστον, χρόνοις ἢ αἰῶσιν ἀμέτρητον, ἄφθονον ὧν ἔχει καλῶν. Πρὸς ὃ πάντα ἐπέστραπται τὰ ἁγιασμοῦ προσδεόμενα· οὗ πάντα ἐφίεται τὰ κατ᾽ ἀρετὴν ζῶντα, οἷον ἐπαρδόμενα τῇ ἐπιπνοίᾳ καὶ βοηθούμενα πρὸς τὸ οἰκεῖον ἑαυτοῖς καὶ κατὰ φύσιν τέλος. Τελειωτικὸν τῶν ἄλλων, αὐτὸ δὲ οὐδαμοῦ ἐλλεῖπον· οὐκ ἐπισκευαστῶς ζῶν, ἀλλὰ ζωῆς χορηγόν· οὐ προσθήκαις αὐξανόμενον, ἀλλὰ πλῆρες εὐθύς, ἐν ἑαυτῷ ἱδρυμένον καὶ πανταχοῦ ὄν.
Μετάφραση
Πρώτον, λοιπόν, ποιος, ακούγοντας τις προσωνυμίες του Πνεύματος, δεν ανορθώνεται στην ψυχή του και δεν υψώνει τη σκέψη του προς την ύψιστη φύση; Διότι έχει ονομαστεί Πνεύμα Θεού, και «Πνεύμα της αληθείας, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα», «Πνεύμα ευθές», «Πνεύμα ηγεμονικό». Το «Πνεύμα Άγιο» αποτελεί την κύρια και ιδιαίτερη ονομασία του· πράγμα που είναι άλλωστε κατεξοχήν το όνομα για κάθε τι το ασώματο και καθαρά άυλο και αδιαίρετο. Γι' αυτό και ο Κύριος, διδάσκοντας σε εκείνην που θεωρούσε ότι ο Θεός προσκυνείται σε συγκεκριμένο τόπο ότι το ασώματο είναι απερίληπτο, λέει: «Ο Θεός είναι Πνεύμα». Επομένως, δεν είναι δυνατόν, ακούγοντας κάποιος τη λέξη Πνεύμα, να αποτυπώσει στη διάνοιά του μια περιορισμένη φύση, που να υπόκειται σε μεταβολές και αλλοιώσεις, ή που να είναι γενικά όμοια με την κτίση· αντιθέτως, ανυψώνοντας τις σκέψεις του προς το ύψιστο, είναι υποχρεωμένος να εννοήσει μια νοερή ουσία, άπειρη σε δύναμη, απεριόριστη σε μέγεθος, αμέτρητη από χρόνους ή αιώνες, γενναιόδωρη στα αγαθά που κατέχει. Προς αυτό είναι στραμμένα όλα όσα έχουν ανάγκη αγιασμού· αυτό ποθούν όλα όσα ζουν σύμφωνα με την αρετή, ποτιζόμενα τρόπον τινά από την πνοή του και βοηθούμενα ώστε να φτάσουν στον οικείο και σύμφωνο με τη φύση τους σκοπό. Τελειοποιεί τα άλλα, αλλά το ίδιο δεν υστερεί πουθενά· δεν ζει με ζωή επίκτητη, αλλά είναι χορηγός ζωής· δεν αυξάνεται με προσθήκες, αλλά είναι ευθύς εξαρχής πλήρες, εδραιωμένο στον εαυτό του και πανταχού παρόν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες