Κερδαινέτω πάλιν καὶ τοῦτο πρὸς ὑπογραμμὸν ὁ διδάσκων ἐν ἐκκλησίαις, καὶ μὴ παραιτείσθω γυναῖκας ὠφελεῖν. οὐ γὰρ θελήμασι τοῖς ἰδίοις, ἀλλὰ τῇ τοῦ κηρύγματος χρείᾳ δεῖ πάντως ἀκολουθεῖν. <Οὐδεὶς μέντοι εἶπε Τί λαλεῖς; ἢ Τί ζητεῖς μετ᾽ αὐτῆς;> Μαθητῶν ἦν ἔργον ἐπιστημόνων, καὶ τὴν πρέπουσαν τῷ διδασκάλῳ τιμὴν περισώζειν εἰδότων, μὴ περιέργοις ἐρωτήσεσιν εἰς ἐκτόπους δοκεῖν ὑπονοίας ἀποδημεῖν, ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει, αἰδοῖ δὲ μᾶλλον καὶ φόβῳ τὴν μὲν γλῶτταν εἴργειν ὀδόντων ἐντὸς, περιμένειν δὲ μᾶλλον αὐτομολοῦντα πρὸς λόγους τὸν Κύριον, καὶ ἐθελούσιον αὐτοῖς προστιθέντα τὴν ἐξήγησιν. θαυμαστέον τοιγαροῦν διὰ τούτων ἐφ᾽ ἡμερότητι μὲν τὸν Χριστὸν, ἐπὶ δὲ σοφίᾳ καὶ συνέσει τοὺς μαθητὰς καὶ τῇ τοῦ πρέποντος γνώσει. <Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν.> Κρείττων ἤδη καὶ ὑψηλοτέρα φαίνεται τῶν εἰς τὸ σῶμα φροντίδων, ἡ κατὰ τὴν ἐχθὲς καὶ τρίτην πολύανδρος οὖσα γυνὴ, καὶ ἡ ψυχραῖς πολλάκις εὐάλωτος ἡδοναῖς, πλεονεκτεῖ τῆς σαρκὸς τὴν ὡς ἐξ ἀνάγκης χρείαν, δίψης τε ὁμοῦ καὶ ποτῶν ἀλογήσασα, πρὸς ἑτέραν ἕξιν διὰ τῆς πίστεως ἀνεχαλκεύετο. ἀγάπην δὲ παραχρῆμα τὴν καλλίστην πασῶν ἀρετὴν καὶ τὸν φιλάλληλον μελετῶσα τρόπον, ὅπερ αὐτῇ πέφηνεν ἀγαθὸν, τοῦτο καὶ ἑτέροις ἐξαγγέλλουσα γοργῶς δρόμῳ τῷ πρὸς τὴν πόλιν συντείνεται.
Μετάφραση
Ας αποκομίζει λοιπόν πάλι και αυτό ως παράδειγμα αυτός που διδάσκει στις εκκλησίες, και ας μην αποφεύγει να ωφελεί τις γυναίκες. Διότι δεν πρέπει να ακολουθεί κανείς σε καμία περίπτωση τα δικά του θελήματα, αλλά την ανάγκη του κηρύγματος. <Κανείς ωστόσο δεν είπε: Τι συζητάς; ή Τι ζητάς μαζί της;> Ήταν έργο μαθητών συνετών, που γνώριζαν να διατηρούν την πρέπουσα τιμή προς τον δάσκαλο, να μη δίνουν την εντύπωση ότι με περίεργες ερωτήσεις εκτρέπονται σε άτοπες υποψίες επειδή μιλούσε με γυναίκα, αλλά μάλλον από σεβασμό και ευλάβεια να κρατούν τη γλώσσα πίσω από τα δόντια τους, και να περιμένουν καλύτερα τον Κύριο να ξεκινήσει από μόνος του τη συζήτηση, προσφέροντάς τους οικειοθελώς την εξήγηση. Πρέπει λοιπόν να θαυμάζουμε μέσα από αυτά τον Χριστό για την πραότητά του, και τους μαθητές για τη σοφία, τη σύνεσή τους και τη γνώση του πρέποντος. <Άφησε λοιπόν η γυναίκα τη στάμνα της και αναχώρησε για την πόλη.> Ανώτερη πλέον και υψηλότερη από τις φροντίδες του σώματος φαίνεται η γυναίκα, η οποία μέχρι χθες και προχθές είχε πολλούς άνδρες, και ήταν πολλές φορές ευάλωτη στις μάταιες ηδονές· υπερνικά την αναπόφευκτη ανάγκη της σάρκας, έχοντας αδιαφορήσει ταυτόχρονα και για τη δίψα και για το πόσιμο νερό, και αναπλάθεται σε μια νέα πνευματική κατάσταση μέσω της πίστης. Εφαρμόζοντας δε αμέσως την αγάπη, την ωραιότερη από όλες τις αρετές, και τη φιλαλληλία, το αγαθό που της φανερώθηκε, αυτό ακριβώς σπεύδει να αναγγείλει γρήγορα και στους άλλους, τρέχοντας με ορμή προς την πόλη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες