Ἀπόκρισις τοῦ αὐτοῦ μεγάλου Γέροντος πρὸς τὸν αὐτόν, ὅτε ὁ κατὰ σάρκα αὐτοῦ ἀδελφὸς διασκεπτόμενος εἰς τὸν μονήρη βίον ἀναχωρῆσαι, ἠρώτησε δι’ αὐτοῦ τὸν Γέροντα περὶ τούτου· Εἶπεν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· «Οὐδεὶς ἔρχεται πρός με, εἰ μὴ ὁ Πατὴρ ὁ οὐράνιος ἑλκύσει αὐτόν, κἀγὼ ἐγείρω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ», «καὶ ἐμφανίζω αὐτὸν ἐμαυτῷ.» «Βλέπετε ὅτι αἱ χῶραι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμόν, καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα ὁ θερίζων χαίρῃ καὶ ὁ σπείρων». Ἐν τούτῳ γὰρ ὁ λόγος ἀληθινός ἐστιν ὅτι «Ἄλλος ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων.» Ἀδελφὲ οὐδεὶς θέλων εἰσελθεῖν εἰς πόλιν κοιμᾶται, καὶ οὐδεὶς θέλων ἐργάσασθαι, βλέπων τὸν ἥλιον ῥᾳθυμεῖ, καὶ οὐδεὶς θέλων φιλοκαλῆσαι τὸν ἀγρὸν αὐτοῦ ἀμελεῖ. Ὁ γὰρ θέλων εἰς πόλιν εἰσελθεῖν ὀξυποδίσει πρὸ τοῦ ὀψίσαι καὶ ὁ βλέπων τὸν ἥλιον ἐξέλθῃ εἰς ἐργασίαν μετὰ γοργότητος, μήποτε ἐμποδισθῇ. Καὶ ὁ θέλων τὸν ἀγρὸν αὐτοῦ φιλοκαλῆσαι, σπουδάσει πρὸ τοῦ διαφθαρῆναι ἀπὸ ἐρυσίβης. «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.» Πάλιν ἐκ δευτέρου ἐλθόντος τοῦ ἀδελφοῦ πρὸς αὐτόν, ἐθλίβετο διὰ τὴν αὐτοῦ σωτηρίαν, καὶ ὑπεμίμνῃσκεν αὐτὸν τῆς προτέρας αὐτοῦ ὑποσχέσεως. Αὐτὸς δὲ ᾔτησε σημεῖον αὐτῷ δοθῆναι περὶ τούτου παρὰ τοῦ Γέροντος. Καὶ ἐδήλωσεν ὁ Γέρων ταῦτα·
Μετάφραση
Απάντηση του ίδιου μεγάλου Γέροντα προς τον ίδιο, όταν ο κατά σάρκα αδελφός του, σκεπτόμενος να αναχωρήσει για τον μοναχικό βίο, ρώτησε μέσω αυτού τον Γέροντα γι' αυτό: Είπε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός: «Κανείς δεν έρχεται προς εμένα, αν δεν τον ελκύσει ο ουράνιος Πατέρας, και εγώ θα τον αναστήσω κατά την έσχατη ημέρα», «και θα τον φανερώσω στον εαυτό μου.» «Βλέπετε ότι τα χωράφια είναι λευκά και έτοιμα για θερισμό, και αυτός που θερίζει λαμβάνει μισθό και συγκεντρώνει καρπό για την αιώνια ζωή, ώστε και αυτός που θερίζει και αυτός που σπέρνει να χαίρονται.» Διότι σε αυτό αληθεύει ο λόγος ότι «Άλλος είναι αυτός που σπέρνει και άλλος αυτός που θερίζει.» Αδελφέ, κανείς που θέλει να εισέλθει στην πόλη δεν κοιμάται, και κανείς που θέλει να εργαστεί, βλέποντας τον ήλιο δεν ραθυμεί, και κανείς που θέλει να περιποιηθεί τον αγρό του δεν αμελεί. Διότι αυτός που θέλει να εισέλθει στην πόλη θα περπατήσει γρήγορα πριν βραδιάσει, και αυτός που βλέπει τον ήλιο θα βγει για εργασία με γρηγοράδα, μήπως και εμποδιστεί. Και αυτός που θέλει να περιποιηθεί τον αγρό του, θα βιαστεί πριν καταστραφεί από την ερυσίβη. «Εκείνος που έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούσει.» Όταν πάλι για δεύτερη φορά ήλθε ο αδελφός προς αυτόν, εκείνος θλιβόταν για τη σωτηρία του, και του υπενθύμιζε την προηγούμενη υπόσχεσή του. Αυτός δε ζήτησε να του δοθεί σημείο περί τούτου από τον Γέροντα. Και ο Γέροντας δήλωσε τα εξής:
Περισσότερα
Λεπτομέρειες