Ἄρ. εἶπεν· Ἄνθρωποι ἐν σώματι τυγχάνουσιν, ἄγγελοι δὲ πνεύματα ὄντες, ἀσώματοί εἰσιν. Ἀθ. εἶπεν· Τίνες οὖν κοπιῶσιν, ἄνθρωποι, ἢ ἄγγελοι; Ἄρ. εἶπεν· Ἄγγελοι ἀσώματοι τυγχάνουσι, πρὸς τὸ διακονοῦντας αὐτῷ καμάτου πεῖραν μὴ λαβεῖν· ἀνθρώπῳ δὲ τῷ κάμνειν ἴδιον, διὰ τὴν τοῦ σώματος βαρεῖαν ὁλκήν. Ἀθ. εἶπεν· Ὁ οὖν Κύριος πῶς ἐκοπίασε; γέγραπται γὰρ, «Ἰησοῦς δὲ κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας, ἐκαθέζετο. Ἄρ. εἶπεν· Συνήγαγές με, ὡς ἠθέλησας ἐκ τοῦ παραδείγματος τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀνθρώπων, οὐχ ὡς Θεὸς Λόγος ἐκοπίασεν, ἀλλ᾽ ἵνα φανῇ, ὅτι σάρκα, ἣν οὐκ εἶχε πρότερον ὁ Λόγος καὶ Θεὸς, ταύτην ἀνέλαβε· διὰ τοῦτο τῇ σαρκὶ συνεχώρησε πάσχειν τὰ ἴδια, ἵνα φανῇ ὅτι σάρξ ἐστιν.
Μετάφραση
Ο Άρειος είπε: Οι άνθρωποι βρίσκονται σε σώμα, ενώ οι άγγελοι, επειδή είναι πνεύματα, είναι ασώματοι. Ο Αθανάσιος είπε: Ποιοι, λοιπόν, κοπιάζουν; Οι άνθρωποι ή οι άγγελοι; Ο Άρειος είπε: Οι άγγελοι είναι ασώματοι, προκειμένου να μην έχουν πείρα καμάτου καθώς Τον διακονούν. Στον άνθρωπο, όμως, το να κοπιάζει είναι ίδιον της φύσης του, εξαιτίας της βαριάς έλξης του σώματος. Ο Αθανάσιος είπε: Ο Κύριος, λοιπόν, πώς κοπίασε; Διότι είναι γεγραμμένο: «Ο δε Ιησούς, έχοντας κοπιάσει από την οδοιπορία, καθόταν». Ο Άρειος είπε: Με οδήγησες στο συμπέρασμα, όπως ήθελες μέσα από το παράδειγμα των αγγέλων και των ανθρώπων, ότι δεν κοπίασε ως Θεός Λόγος, αλλά για να φανεί ότι ανέλαβε αυτή τη σάρκα, την οποία ο Λόγος και Θεός δεν είχε προηγουμένως. Γι' αυτόν τον λόγο παραχώρησε στη σάρκα να πάσχει τα δικά της φυσικά ιδιώματα, ώστε να φανεί ότι είναι πράγματι σάρκα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες