οὐ γὰρ ἦν ἑτέρως ἐπιγνῶναι σαφῶς, ὅτι Θεὸς ὢν καὶ Λόγος, γέγονεν ἄνθρωπος, εἰ μή τι καὶ παθεῖν ὁ ἀπαθὴς, καὶ λαλῆσαί τι ταπεινὸν ὁ ὑψηλὸς ἀναγέγραπτο. <Ὥρα ἦν ὡς ἕκτη.> Εὐαφόρμως ἐπὶ τῇ πηγῇ καταλύοντα δεικνύει τὸν Ἰησοῦν. ἡλίου γὰρ ἀκμαιοτάτην ἀπὸ μέσων ἁψίδων τοῖς ἐπὶ τῆς γῆς τὴν ἀκτῖνα καταχέοντος, καὶ ἀκράτοις τὰ σώματα καταφλέγοντος βολαῖς, τὸ μὲν ἔτι πρόσω βαδίζειν οὐκ ἀζήμιον, τὸ δὲ ἀναπνεῦσαι βραχὺ μᾶλλον ἦν ἀκολουθότερον, ὅτε δὴ μάλιστα καὶ τὴν ἐπὶ τρυφαῖς αἰτίαν ῥᾳδίως ἂν ἀπεκρούσατο, καιροῦ τοῦ πρέποντος συνηγοροῦντος τῷ πράγματι. ἕκτην δ᾽ οὐκ ἀκριβῶς, ἀλλ᾽ ὡς ἕκτην εἶναι τὴν ὥραν φησὶν, ἵνα καὶ ἡμεῖς μανθάνωμεν μηδὲ ἐν τοῖς ἐλαχίστοις ἀδιαφορεῖν, πειρᾶσθαι δὲ μᾶλλον καὶ τὴν ἐν τοῖς τυχοῦσιν ἐπιτηδεύειν ἀλήθειαν. <Ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς Δός μοι πιεῖν. οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. λέγει αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις.> Οὐκ ἠγνόει τοῦ γυναίου τὴν ἄφιξιν ὁ Σωτήρ. εὖ γὰρ δὴ καὶ λίαν ἠπίστατο Θεὸς ὑπάρχων ἀληθινὸς, ὡς αὐτίκα παρέσται ψυχρὸν ἀπὸ κρήνης ἀρυσομένη τὸ νᾶμα· ἐπειδὴ δὲ ἤδη παρῆν, εἴσω βρόχων ἐποιεῖτο τὸ θήραμα, καὶ τὸν τῆς διδασκαλίας εὐθὺ κατατείνων λόγον, ἀπὸ τῶν ἐν χερσὶ πραγμάτων ἐποιεῖτο τὴν διάλεξιν.
Μετάφραση
Διότι δεν ήταν δυνατό να γνωρίσουμε σαφώς με άλλον τρόπο ότι, ενώ ήταν Θεός και Λόγος, έγινε άνθρωπος, εάν δεν είχε γραφτεί ότι ο απαθής έπαθε κάτι και ο ύψιστος είπε κάτι ταπεινό. «Η ώρα ήταν περίπου έκτη». Εύλογα παρουσιάζει τον Ιησού να αναπαύεται στην πηγή. Διότι, καθώς ο ήλιος μεσουρανούσε από το στερέωμα χύνοντας την πιο δυνατή του ακτίνα σε αυτούς που βρίσκονταν στη γη και κατέκαιγε τα σώματα με τις αμείλικτες βολές του, το να προχωρήσει κανείς περισσότερο δεν θα ήταν χωρίς βλάβη, ενώ το να ξαποστάσει για λίγο ήταν περισσότερο λογικό, οπότε μάλιστα θα μπορούσε εύκολα να αποκρούσει την κατηγορία της τρυφηλότητας, αφού η κατάλληλη ώρα συνηγορούσε στην πράξη. Και δεν λέει ότι ήταν ακριβώς έκτη ώρα, αλλά περίπου έκτη, για να μαθαίνουμε και εμείς να μην αδιαφορούμε ούτε στα ελάχιστα, αλλά μάλλον να προσπαθούμε να επιδιώκουμε την αλήθεια ακόμη και στα επουσιώδη. «Έρχεται μια γυναίκα από τη Σαμάρεια για να αντλήσει νερό. Της λέει ο Ιησούς: Δώσε μου να πιω. Διότι οι μαθητές του είχαν πάει στην πόλη για να αγοράσουν τροφές. Του λέει η γυναίκα η Σαμαρείτισα». Δεν αγνοούσε ο Σωτήρας τον ερχομό της γυναίκας. Διότι, ως αληθινός Θεός, γνώριζε πάρα πολύ καλά ότι αμέσως θα βρισκόταν εκεί για να αντλήσει κρύο νερό από την πηγή. Και επειδή ήταν ήδη παρούσα, περιέκλεισε το θήραμα μέσα στα δίχτυα, και κατευθύνοντας αμέσως τον λόγο της διδασκαλίας, ξεκίνησε τη συζήτηση με αφορμή την παρούσα κατάσταση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες