Τυφλὸν ἡ πονηρία. Καὶ κρίνουσι τὸν σωθέντα, καὶ λέγουσιν αὐτῷ· «Οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράββατον ἐν Σαββάτῳ.» Ἀπεκρίνατο ἐκεῖνος· «Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν.» Θεοῦ τὸ ἔργον τὸ προσταχθέν. Ἀσύνηθές ἐστι καὶ τὸ παραλυτικὸν διὰ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἐτῶν θεραπευθῆναι. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ στόματος ἤκουσα τοῦ· Βαστάσαι τὸν κράββατον. Εἰ τὸ σῶμα ἐπήκουσε καὶ ὑγιὲς ἐγένετο, ἐγὼ ἀγνώμων ἔσομαι, τῷ μὴ βαστάσαι τὸν κράββατον; Πάλιν οἱ Ἰουδαῖοι οὐκ ἐζήτουν αὐτὸν, ἵνα μάθωσι πῶς ἐθεράπευσε, καὶ προσκυνήσωσι τὸν δόντα τοιαῦτα, ἀλλ᾽ ἵνα αὐτῷ ἐπιβουλεύσωσι.
Μετάφραση
Η πονηρία είναι τυφλή. Και κρίνουν αυτόν που σώθηκε, και του λένε: «Δεν σου επιτρέπεται να σηκώσεις τον κράβατο την ημέρα του Σαββάτου». Εκείνος αποκρίθηκε: «Αυτός που με έκανε υγιή, εκείνος μου το είπε». Είναι έργο Θεού αυτό που προστάχθηκε. Ασυνήθιστο είναι επίσης το να θεραπεύεται ένας παραλυτικός ύστερα από τριάντα οκτώ χρόνια. Από το ίδιο στόμα άκουσα την εντολή να σηκώσω τον κράβατο. Εάν το σώμα υπάκουσε και έγινε υγιές, εγώ θα φανώ αγνώμων με το να μη σηκώσω τον κράβατο; Και πάλι, οι Ιουδαίοι δεν τον αναζητούσαν για να μάθουν πώς θεράπευσε και να προσκυνήσουν εκείνον που προσέφερε τέτοιες δωρεές, αλλά για να τον επιβουλευτούν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες