ἐντεῦθεν οἶμαι λαβόντα τοῦ λόγου τὰς ἀφορμὰς καὶ τὸν μακάριον ἐπιστεῖλαι Παῦλον τοῖς μετὰ τὴν πίστιν παλινδρομοῦσιν ἐπὶ τὸν νόμον “Λέγω δὲ ὑμῖν ”ὅτι ἐὰν περιτέμνησθε Χριστὸς ὑμᾶς οὐδὲν ὠφελήσει,” καὶ πάλιν “Κατηργήθητε ἀπὸ Χριστοῦ οἵτινες ἐν νόμῳ δικαι- ”οῦσθε, τῆς χάριτος ἐξεπέσατε.” <Ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ Σάββατόν ἐστι· καὶ οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράββατόν σου.> Ἐπικαιρότατον οἶμαι βοᾶν ἐπὶ τούτοις “Ἰδοὺ λαὸς μωρὸς ”καὶ ἀκάρδιος, ὀφθαλμοὶ αὐτοῖς καὶ οὐ βλέπουσι.” τί γὰρ ἂν γένοιτο τῶν τοιούτων ἀπαιδευτότερον, ἢ τί πρὸς ἀναισθησίαν τὸ μεῖζον; τὸ μὲν γὰρ ὅτι προσήκοι θαυμάζειν αὐτοὺς τὴν τοῦ θεραπεύσαντος δύναμιν οὐ δέχονται κατὰ νοῦν· πικροὶ δὲ ὄντες ἐπιτιμηταὶ, καὶ μόνον εἰδότες τοῦτο καλῶς, παρανομίας ἐγκλήματι περιβάλλουσι τὸν ἄρτι καὶ μόγις τῆς μακρᾶς ἀνακύψαντα νόσου, κεῖσθαι δὲ πάλιν ἐπιτάττουσιν ἀμαθῶς, ὡς καὶ ἐν τῷ χρῆναι νοσεῖν τῆς εἰς τὸ σάββατον πληρουμένης τιμῆς. <Ὁ δὲ ἀπεκρίθη αὐτοῖς Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν Ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ περιπάτει. ἠρώτησαν οὖν αὐτόν.> Σοφωτάτην ὁ λόγος ὠδίνει τὴν ἔννοιαν, καὶ τῆς Ἰουδαίων δυστροπίας ἀποκρουστικήν.
Μετάφραση
Από εδώ νομίζω ότι πήρε τις αφορμές του λόγου του ο μακάριος Παύλος και έγραψε σε όσους, μετά την πίστη, επιστρέφουν στον νόμο: «Σας λέω ότι, εάν περιτέμνεσθε, ο Χριστός δεν θα σας ωφελήσει σε τίποτα», και πάλι: «Χωριστήκατε από τον Χριστό όσοι δικαιώνεστε με τον νόμο, εκπέσατε από τη χάρη». <Έλεγαν λοιπόν οι Ιουδαίοι στον θεραπευμένο: Είναι Σάββατο· και δεν σου επιτρέπεται να σηκώσεις το κρεβάτι σου.> Θεωρώ πολύ επίκαιρο να αναφωνήσουμε για όλα αυτά: «Ιδού λαός ανόητος και ασύνετος, έχουν μάτια και δεν βλέπουν». Διότι τι θα μπορούσε να είναι πιο απαίδευτο από τέτοιους ανθρώπους, ή τι μεγαλύτερο ως προς την αναισθησία; Το γεγονός δηλαδή ότι θα έπρεπε να θαυμάσουν τη δύναμη Εκείνου που τον θεράπευσε δεν το βάζουν στον νου τους· αντίθετα, όντας σκληροί επικριτές, και γνωρίζοντας καλά μόνο αυτό, κατηγορούν για παρανομία εκείνον που μόλις τώρα και με κόπο συνήλθε από τη μακρόχρονη ασθένεια, και με αμάθεια τον διατάζουν να ξαπλώσει πάλι, σαν να έπρεπε να παραμένει άρρωστος για να εκπληρωθεί η τιμή προς το Σάββατο. <Αυτός όμως τους απάντησε: Εκείνος που με έκανε καλά, εκείνος μου είπε, Σήκωσε το κρεβάτι σου και περπάτα. Τον ρώτησαν λοιπόν.> Ο λόγος αυτός κυοφορεί μια σοφότατη έννοια, ικανή να αποκρούσει τη δυστροπία των Ιουδαίων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες