ἐπειδὴ γὰρ οὐκ ἔξεστιν ἐν σαββάτῳ, φησὶν, οἴκαδε τὴν κλίνην ἑλόντα βαδίζειν, παρανομίας τῷ τεθεραπευμένῳ ῥάπτοντες γραφὴν, ἀναγκαίως αὐτοῖς γοργοτέραν ἀντεξάγει τὴν ἀπολογίαν, ἐκεῖνον αὐτῷ περιπατεῖν ἐντέλλεσθαι λέγων, ὃς καὶ τῆς ὑγείας ἀνεδείχθη δοτὴρ, μόνον δὲ οὐχὶ τοιοῦτόν τι φησίν Ἀξιολογώτατον, ὦ οὗτοι, φημὶ πρὸς τὸ χρῆναι τιμᾶσθαι, κἂν λυπεῖν ἐπιτάττει τὰς τοῦ σαββάτου τιμὰς, τὸν ᾧ τοσαύτη πρόσεστιν ἰσχύς τε καὶ χάρις; ὡς τὴν ἐμὴν ἐξελάσαι νόσον. εἰ γὰρ τοῦ τυχόντος ἐστὶ τὸ ἐν τούτοις διαπρέπειν ἀλλότριον, ἁρμόσει δὲ μᾶλλον ἐνεργείᾳ καὶ δυνάμει θεοπρεπεῖ, πῶς ἂν ἁμάρτοι, φησὶν, ὁ τούτων ἐργάτης; ἢ πῶς ἂν οὐ πάντως τὰ κεχαρισμένα Θεῷ συμβουλεύσειεν ὁ θεοπρεπῆ τὴν δύναμιν ἔχων; τρέφει τοίνυν ἐν ἑαυτῷ πικρὰν ὁ λόγος τὴν ἔμφασιν. <Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι Ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ περιπάτει; ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ εἶπεν αὐτῷ.> Ἄπληστος εἰς μιαιφονίαν τῶν Ἰουδαίων ὁ νοῦς. διερευνῶσι τὸν ἐπιτάξαντα, συνεπιπλέκειν αὐτὸν τῷ παραδόξως ὑγιασθέντι βουλευόμενοι· μόνος γὰρ, ὡς εἰκὸς, κινδυνεύων ἐλύπει διὰ τὸ σάββατον, ὁ βρόχους ἄρτι καὶ παγίδας ἀφύκτους διαδραμὼν, καὶ αὐτῶν ἐξειλκυσμένος τῶν τοῦ θανάτου πυλῶν· εἰπεῖν δὲ τὸν ἰατρόν.
Μετάφραση
Διότι, επειδή δεν επιτρέπεται κατά την ημέρα του Σαββάτου, λέει, να περπατά κάποιος προς το σπίτι του σηκώνοντας το κρεβάτι του, κατασκευάζοντας έτσι εναντίον του θεραπευμένου κατηγορία παρανομίας, αυτός αναγκαστικά τους προβάλλει μια πιο αποφασιστική απολογία, λέγοντας ότι εκείνος που τον διέταξε να περπατήσει ήταν αυτός που αναδείχθηκε και χορηγός της υγείας του, και σχεδόν σαν να τους λέει κάτι τέτοιο: «Θεωρώ απολύτως άξιο να τιμάται, ω άνθρωποι, ακόμη κι αν η εντολή του παραβιάζει τις τιμές του Σαββάτου, εκείνος που διαθέτει τόση δύναμη και χάρη, ώστε να εκδιώξει την ασθένειά μου. Εάν λοιπόν το να διαπρέπει κανείς σε τέτοια έργα δεν ανήκει στον οποιονδήποτε τυχαίο, αλλά μάλλον αρμόζει σε θεοπρεπή ενέργεια και δύναμη, πώς θα μπορούσε να αμαρτήσει, λέει, αυτός που τα εργάζεται αυτά; Ή πώς δεν θα συμβούλευε οπωσδήποτε τα ευάρεστα στον Θεό εκείνος που διαθέτει θεοπρεπή δύναμη;» Επομένως, ο λόγος κρύβει μέσα του μια πικρή επίκριση. <Ποιος είναι ο άνθρωπος που σου είπε· Σήκωσε το κρεβάτι σου και περπάτα; Ο θεραπευμένος όμως δεν ήξερε ποιος είναι, διότι ο Ιησούς είχε απομακρυνθεί, επειδή υπήρχε πλήθος στο μέρος εκείνο. Μετά από αυτά τον βρίσκει ο Ιησούς στο ιερό, και του είπε.> Αχόρταγος για μιαιφονία είναι ο νους των Ιουδαίων. Αναζητούν επισταμένως αυτόν που έδωσε την εντολή, επειδή θέλουν να τον εμπλέξουν στην κατηγορία μαζί με αυτόν που θεραπεύτηκε παραδόξως· διότι, όπως ήταν φυσικό, τους δυσαρεστούσε το ότι κινδύνευε εξαιτίας του Σαββάτου μόνος του αυτός που μόλις είχε διαφύγει από αναπόδραστους βρόχους και παγίδες και είχε τραβηχτεί από τις ίδιες τις πύλες του θανάτου· ήθελαν δε να τους υποδείξει τον ιατρό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες